Αυτές είναι οι νέες ελληνικές ταινίες της φετινής Berlinale, με τα λόγια των δημιουργών τους

Μιλήσαμε με τον Τζώρτζη Γρηγοράκη, τον Σιαμάκ Ετεμάντι και την Δάφνη Χαριζάνη για τις ταινίες που παρουσίασαν στο φεστιβάλ

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

29 Φεβρουαρίου 2020

Είναι οι τελευταίες μας μέρες στο φετινό Φεστιβάλ Βερολίνου, αγαπητές φίλες κι αγαπητοί φίλοι, κι έτσι σιγά σιγά ετοιμαζόμαστε να πακετάρουμε αυτήν την συνεχή ανταπόκριση του τελευταίου δεκαημέρου. Ανάμεσα σ’ όλα τα υπόλοιπα που κάναμε εδώ, λοιπόν, είχαμε επίσης την ευκαιρία να δούμε τρεις ολόκληρες νέες ελληνικές ταινίες να παρουσιάζονται στα διάφορα τμήματα της Berlinale.

Πριν καν φτάσουμε εκεί βέβαια, το φετινό φεστιβάλ είχε μεγάλη ελληνική παρουσία σε διάφορες πτυχές του. Καταρχάς, είχαμε την πρεμιέρα της τηλεοπτικής σειράς Trigonometry του BBC, την οποία σκηνοθέτησε η Αθηνά Τσαγγάρη με την Ariane Labed να πρωταγωνιστεί. Ακόμα, είδαμε ξανά την Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου σε μια τιμητική προβολή στο Forum, αφού τόσο η ταινία όσο και το τμήμα του φεστιβάλ κλείνουν φέτος τα 50 χρόνια ζωής. Επίσης, στο τμήμα Berlinale Talents βρέθηκαν ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος Κώστας Αντωνόπουλος, ο παραγωγός Δημήτρης Τσακαλέας, ο σκηνοθέτης Θωμάς Κούνστλερ, η διανομέας ταινιών Βίκυ Αντωνοπούλου και η παραγωγός Αντιγόνη Ρώτα που παρουσίασε ένα σχέδιο για την μεγάλου μήκους ταινία Faraway μαζί με τον σκηνοθέτη Γιώργο Ζώη.

Και κάπως έτσι, φτάνουμε στις μεγάλες πρεμιέρες. Το τμήμα Panorama της 7οής Berlinale φιλοξένησε το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη και το Pari του Σιαμάκ Ετεμάντι, ενώ στο τμήμα Perspektive Deutsches Kino είδαμε την ελληνογερμανική παραγωγή Sisters Apart της Δάφνης Χαριζάνη. Έτσι, λοιπόν, συναντήσαμε τους τρεις σκηνοθέτες και κάναμε μαζί τους τρεις μικρές και χαλαρές (πλην ουσιαστικές, θέλουμε να ελπίζουμε) συζητήσεις για τις νέες τους ταινίες – και όχι μόνο.

Το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη

Το Digger είναι πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τζώρτζη Γρηγοράκη και, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ήταν μια από τις καλύτερες ταινίες που είδαμε στη φετινή Berlinale. Το φιλμ βρίσκει έναν πατέρα κι έναν γιο (με τον Βαγγέλη Μουρίκη και τον Αργύρη Πανταζάρα να δίνουν δύο δυνατότατες ερμηνείες) να συγκρούονται μεταξύ τους στην άγρια βουνίσια φύση (φωτογραφημένη πραγματικά πανέμορφα), την ώρα που εκείνη κινδυνεύει από ένα κτηνώδες έργο εξόρυξης και διχασμού της τοπικής κοινωνίας. Αντι-ηρωικό neo-western, λεπτογραμμένο πολιτικό σχόλιο, σφιχτό και συναισθηματικό οικογενειακό δράμα: σημειώστε το, θα μας απασχολήσει δικαίως το επόμενο χρονικό διάστημα.

Πώς προέκυψαν οι δύο πλευρές της ταινίας; Δηλαδή η προσωπική που αφορά την σχέση πατέρα-γιου και η συλλογική που αφορά την σχέση ανθρώπου-φύσης.

Η προσωπική ιστορία ξεκινάει βασικά από έναν πατέρα. Από έναν άνθρωπο που έχει εγκλωβιστεί στη μέση του πουθενά, που έχει κάνει κάποιες επιλογές οι οποίες τον έχουν οδηγήσει σε ένα αδιέξοδο. Έχεις γίνει ένα δέντρο σε ένα δάσος. Αν κοπείς, πονάει. Αν μείνεις, κινδυνεύεις. Εκεί μπαίνει κι η οπτική γωνία του γιου που είναι ένας καθρέφτης. Ήθελα να καταλάβω αυτό το αρχέτυπο κι αυτόν τον χαρακτήρα.

Όσον αφορά το δεύτερο, με ενδιέφερε από την σκοπιά της διαίρεσης και του διαχωρισμού. Η αντίθεση της φύσης με τη βιομηχανία, ο κοινωνικός εμφύλιος κι η ίδια αυτή η σχέση πατέρα και γιου που ανέφερα ήδη. Αλλά με ενδιέφερε πώς επηρεάζει το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον αυτήν την σχέση. Ήθελα λοιπόν να βάλω την ιστορία σε ένα φόντο. Το συγκεκριμένο φόντο υπάρχει και σε πολλές ακόμα χώρες του κόσμου που έχουν πολύ έντονη εκμετάλλευση του ανθρώπου και της φύσης. Η έρευνα ξεκίνησε από την Ελλάδα, αλλά είναι ένα παγκόσμιο ζήτημα.

Μ’ άρεσε ο χειρισμός του πολιτικό background της ταινίας, γιατί απέφυγες να το κάνεις μασημένη τροφή. Και νομίζω ζωντάνεψε με πολύ αυθεντικό τρόπο το περιεχόμενο που έχει ο κοινωνικός διχασμός.

Προσπάθησα να φωτίσω τις πλευρές του ζητήματος με πολιτική ματιά, αλλά χωρίς να κρίνω ηθικά. Δεν συμφωνώ, δεν δικαιολογώ, αλλά δεν θέλω να κρίνω κιόλας. Ή τέλος πάντων δεν είναι δική μου δουλειά να κρίνω προσωπικά κάποιον χαρακτήρα με τον οποίο διαφωνώ όσον αφορά τις επιλογές του. Κι όταν μιλάω για μαλάκες, θέλω να ξεκινάω πρώτα από τη δική μου μαλακία. 

Η τοποθεσία είναι πολύ σημαντική για την ταινία, δουλεύει τέλεια και έχει ένα έντονο μυθολογικό βάρος. Πώς την επιλέξατε;

Ναι, το θέλαμε το μυθολογικό στοιχείο. Οι τοποθεσίες γενικά επιλέχθηκαν τόσο με αισθητικά όσο και με δραματουργικά κριτήρια. Καταρχάς, θέλαμε ένα φυλλοβόλο δάσος γιατί θέλαμε την αλλαγή των εποχών. Ούτως ή άλλως, μια σχέση 20 χρόνων δεν λύνεται μέσα σε 2 βδομάδες. Θέλαμε την αίσθηση του περάσματος του χρόνου. Για να το βρούμε αυτό, έπρεπε να πάμε στην βόρεια Ελλάδα. Κυρίως όμως ψάχναμε ένα κατάλληλο σπίτι μέσα στο δάσος για να στεγάσει την ιστορία. Τελικά το βρήκαμε στη Χαλκιδική, στον Χολομώντα. Και τα ορυχεία είναι στην Πτολεμαΐδα και στην Κοζάνη. 

Εσύ είχες επαφή και βιώματα με τη φύση μεγαλώνοντας; Είχες έντονες παραστάσεις ενός ατίθασου φυσικού περιβάλλοντος;

Η αλήθεια είναι πως είμαι παιδί της πόλης. Στην Αθήνα μεγάλωσα, σε μεγαλουπόλεις έχω σπουδάσει. Σαν παιδί της πόλης την βλέπεις και λίγο πιο ρομαντικά την φύση. Αλλά έχω περάσει κάποιες από τις πιο ωραίες μου στιγμές σε φυσικό περιβάλλον. Νιώθεις μια πληρότητα, νιώθεις σπίτι σου. Η φύση σου μαθαίνει κι έναν ρυθμό αβίαστο, τα πράγματα εκεί είναι όπως πρέπει να είναι.

Βέβαια αυτός ο ρυθμός της φύσης είναι κάπως κυκλικός κι επαναληπτικός. Ο τρόπος που εισβάλλει όμως ο γιος στη ζωή του πατέρα είναι ρυθμός πόλης, προκαλεί ρήξη και τελικά απελευθερώνει κιόλας.

Εντελώς, ο γιος φέρνει την πόλη μαζί του, την κουβαλάει. Και φέρνει και την μαγκιά της πόλης μαζί του. Νομίζει ότι κάνει κάτι. Κάτσε εδώ λίγο, πάρε μια μυρωδιά, σκέψου λιγάκι κι έλα να τα πούμε μετά. Όλοι σκάβουν: είναι μια κοινωνία σε σκάψιμο και δυο τύποι σε σκάψιμο. Για μένα, αν σκάψεις τότε κάτι θα βρεις. Το θέμα είναι τι θα το κάνεις μετά.

Θέλω να μιλήσουμε λίγο για το είδος και το ύφος της ταινίας. Το Digger έχει μια έντονη υφή neo-western. Ήταν συνειδητή επιλογή;

Ναι, από ένα σημείο και μετά. Δηλαδή δεν είπα από την αρχή “α, ας κάνω ένα western με τον Βαγγέλη Μουρίκη σε ένα άλογο, θα είναι γαμάτο”. Η ελληνική επαρχία έχει κάτι το western έτσι κι αλλιώς. Κάτι το στοιχείο του παρατημένου, κάτι τα αφιλόξενα βλέμματα. Όλα αυτά τα χρησιμοποιήσαμε καθώς φτιάχναμε την ταινία. Αλλά δεν είναι ότι καθόμασταν με τον φωτογράφο μου και βλέπαμε western για έμπνευση. Ήταν κάτι που το έφερνε ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Κούμπωνε σε αυτό που είχαμε μέσα στο μυαλό μας.

Θεματικά, θέλω να πιστεύω ότι ανατρέπουμε το κλασικό western ύφος μέσα από την διαπραγμάτευση της αρρενωπότητας. Ότι το θέμα δεν είναι να είσαι σκληρός και άγριος αλλά το να κάνεις και λίγο πίσω, να είσαι ειλικρινής με τον εαυτό σου, να σπας και λίγο, να υποχωρείς, να είσαι ανθρώπινος, να συνδέεσαι, όχι να είσαι ο ήρωας. Και πάντα φυσικά στα westen είμαστε με τους ιθαγενείς, όχι με τους καουμπόηδες. Είμαστε με αυτούς που αγαπούν και υπερασπίζονται τον τόπο τους.

Το Pari του Σιαμάκ Ετεμάντι

Άλλη μια παγκόσμια πρεμιέρα, άλλο ένα μεγάλου μήκους ντεμπούτο. Ο Ελληνο-Ιρανός σκηνοθέτης Σιαμάκ Ετεμάντι φτιάχνει την προσωπογραφία μιας μητέρας που ψάχνει τον γιο της και μιας πόλης που βράζει από κίνδυνο, ομορφιά και ένταση (κυρίως τη νύχτα φυσικά). Στο επίκεντρο του Pari βρίσκεται η ομώνυμη πρωταγωνίστρια, μια γυναίκα από το Ιράν που φτάνει μαζί με τον άνδρα της στην Αθήνα για να αναζητήσουν το γιο τους, του οποίου τα ίχνη έχουν εξαφανιστεί. Από την καρδιά των Εξαρχείων μέχρι το λιμάνι του Πειραιά, η ταινία του Ετεμάντι προτείνει μια νυχτερινή εξερεύνηση της ταυτότητας και της μητρότητας που πραγματοποιείται βήμα-βήμα, επαφή-επαφή, σπιθαμή-σπιθαμή.

Πώς ξεκίνησε η ανάγκη να πεις αυτήν την ιστορία;

Έχω γεννηθεί κι έχω μεγαλώσει στην Τεχεράνη. Ήρθα 22 χρονών στην Αθήνα κι έκτοτε μένω στην Ελλάδα. Κάθε χρόνο η μητέρα μου, η Pari, έρχεται για επίσκεψη. Είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα και μιλάει πολύ λίγα αγγλικά. Πηγαίνω λοιπόν πάντα να την πάρω από το αεροδρόμιο. Μια φορά που την περίμενα, σκέφτηκα: τι θα έκανε αυτή η γυναίκα αν δεν ερχόμουν να την πάρω, αν εξαφανιζόμουν; Κι αυτή μου είπε ότι θα σήκωνε τα βουνά, που είναι μια περσική έκφραση. Αυτό με έβαλε σε σκέψεις σχετικά με τι είναι το στοιχείο μέσα στους ανθρώπους που δίνει λαχτάρα και δύναμη, που τους βάζει σε κίνηση. Ήταν το έναυσμα. Από κι έπειτα αυτό σε βάζει σε ένα ταξίδι που δε μπορείς να σταματήσεις. Που αναγκαστικά θα σε αλλάξει.

Κι αυτή η ιδέα πώς πήρε το συγκεκριμένο σχήμα της περιπλάνησης στην Αθήνα;

Είναι αρκετά αυτοβιογραφικό με έναν τρόπο, αφού εγώ μένω στα Εξάρχεια εδώ και 20 χρόνια. Με μια έννοια είμαι περισσότερο Εξαρχειώτης παρά Ιρανός. Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν καλό να μιλήσω για κάποια πράγματα που γνωρίζω, δίνοντάς τους την μορφή της ιστορίας. Όπως πάντα, η διαδικασία της συγγραφής σεναρίου είναι και μια προσωπική αναζήτηση. Πρόκειται για ιδέες και εμπειρίες που με προβλημάτιζαν κι εμένα, και κυρίως το ζήτημα της ταυτότητας. 

Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα βλέποντας την ταινία είναι ότι είχε μια αίσθηση αυθεντικής αθηναΐλας. Ότι την έχει φτιάξει κάποιος που την ξέρει την Αθήνα, την έχει περπατήσει – ειδικά την νυχτερινή και σκοτεινή.

Την αισθάνομαι πολύ δική μου. Η Αθήνα είναι η πόλη μου. Την αγαπάω πραγματικά. Αγαπάω και τις ομορφιές της και τις ασχήμιες της. Και βέβαια όσο πιο σκοτεινή και παράξενη είναι μια κατάσταση στην πόλη τόσο περισσότερο κινηματογραφικό ενδιαφέρον έχει. Εξάλλου πάντα οι αντιθέσεις μιας πόλης έχουν πάντα μεγάλο δημιουργικό ενδιαφέρον. Ήταν λοιπόν ένα στοίχημα για μένα να δείξουμε μια κινηματογραφικά ενδιαφέρουσα Αθήνα. Κι έχει ακόμα μεγάλο περιθώριο η Αθήνα για να αναδειχθεί ως κινηματογραφικός τόπος. Πιστεύω θα γίνει όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια.

Ο δρόμος έχει πολύ κεντρική θέση στην ταινία. Από που άντλησες έμπνευση για την αίσθηση αυθεντικότητας της πόλης και πώς την διαφύλαξες αυτήν την αυθεντικότητα;

Ήταν μια πρόκληση. Οι γειτονιές κι οι δρόμοι της ταινίας είναι μέρη που τα ξέρω καλά, μέρη που συχνάζω, συνδέονται με την προσωπική μου ζωή. Σίγουρα βέβαια κάνεις και έρευνα, δεν φτάνει η δική σου εμπειρία. Ήθελα να είναι μια αναπαράσταση ρεαλιστική, αλλά όχι ντοκιμαντερίστικη. Ήθελα η πόλη να έχει μια δικιά της αφήγηση, ένα δικό της στυλ. Σ’ αυτό το κομμάτι είμαι πολύ ευχαριστημένος από τη δουλειά που κάναμε όλοι μας. Νομίζω ότι καταφέραμε να φτιάξουμε έναν πραγματικό τόπο που είναι οργανικά συνδεδεμένος με την ιστορία. 

Η ταινία μοιάζει να έχει έναν αυθορμητισμό, μια αίσθηση κάμερας στον ώμο και ντου, πάμε. Πόσο μέρος του Pari είναι όντως έτσι;

Ναι, είχε όντως αυτόν τον αυθορμητισμό, όπως είχε και την προετοιμασία. Τα είχε και τα δύο. Και κάποιες φορές τα είχε και τα δύο μαζί, ακόμα κι αν ακούγεται αντιφατικό. Προετοιμάζεσαι όσο περισσότερο μπορείς, αλλά ήθελα να υπάρχει και το στοιχείο του απρόβλεπτου. Η πόλη πάντα είναι απρόβλεπτη. Δεν μπορείς να την ελέγξεις. Θέλαμε να το αφήσουμε να αναπνεύσει αυτό το πράγμα. Κι όντως στη διάρκεια των γυρισμάτων έγιναν πάρα πολλά απρόβλεπτα. Ευτυχώς, παρόλο που ήταν πολύ δύσκολο σε στιγμές, είχαμε εμπιστοσύνη μεταξύ μας και αφεθήκαμε σε αυτό.

Πήρατε και ριψοκίνδυνα ρίσκα;

Ναι, πήραμε. Και δε μπορείς να το απαιτήσεις από τους συνεργάτες σου αυτό. Δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Αν οι ίδιοι βρούνε τον εαυτό τους μέσα σε αυτό και πιστέψουνε στη δουλειά σου, τότε αυτό για μένα πραγματικά κάνει τη διαφορά.

Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, Melika Foroutan, είναι μια πολύ έμπειρη ηθοποιός. Κατάφερε να μπει γρήγορα στον αθηναϊκό ρυθμό που ήθελες να πετύχεις;

Ναι, πολύ. Αφέθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό να την συνεπάρει. Κι αυτό ήταν πολύ καλό για την ιστορία, αφού τόσο ο χαρακτήρας όσο και ο άνθρωπος μάθαιναν μαζί την Αθήνα μέσα από την ιστορία. Και βέβαια διαμορφώσαμε σε έναν βαθμό και μαζί τον χαρακτήρα, μέσα από τις εντυπώσεις της Melika για το σενάριο και την πόλη.

Η μητέρα σου την είδε την ταινία;

Δεν την έχει δει ακόμα! Ελπίζω να την φέρω στην Αθηναϊκή πρεμιέρα. Νομίζω αυτό θα ήταν το ιδανικό. Είμαι πάρα πολύ περίεργος να δω τι θα πει. Αντίστοιχα, έχω μια περιέργεια για το πώς θα φανεί η ταινία και στις κοινωνικές φιγούρες που εμφανίζονται στην ταινία. Προσπάθησα πολύ να είμαι αληθινός.

Το Sisters Apart της Δάφνης Χαριζάνη

Η Δάφνη Χαριζάνη, παιδί μεταναστών στη Γερμανία κι η ίδια, αφηγείται την ιστορία μιας Γερμανίδας στρατιώτισσας με κουρδική καταγωγή που επιστρέφει στο Ιράκ προκειμένου να αναζητήσει την χαμένη αδελφή της. Επικοινωνώντας με την προηγούμενη ταινία όσον αφορά την θεματική της οικογένειας, της μετανάστευσης και της ταυτότητας, το Sisters Apart δημιουργεί ένα πολύγλωσσο οδοιπορικό που ξεκινάει από τη Γερμανία, περνάει από την Ελλάδα και καταλήγει στο Ιράκ για να διηγηθεί μια ανθρώπινη ιστορία επιβίωσης και αξιοπρέπειας μέσα στις αντιξοότερες συνθήκες.

Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και γιατί θέλησες να πεις αυτήν την ιστορία;

Η ιδέα γεννήθηκε όταν έκανα έρευνα στον γερμανικό στρατό. Καταρχήν, ήθελα να κάνω μια ιστορία πάνω στους Γερμανούς στρατιώτες. Μπαίνοντας εκεί μέσα κι αρχίζοντας να μιλάω με τον κόσμο, ανακάλυψα ότι υπάρχουν πολλοί στρατιώτες που κατάγονται από αλλού. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν από το Κουρδιστάν και το Αφγανιστάν. Κι υπήρχαν αρκετές κοπέλες ανάμεσά τους. Άκουσα λοιπόν τις ιστορίες τους και με αγγίξανε. Από εκεί ξεκίνησε όλο το πράγμα.

Άρα δεν ξεκίνησες με τον στόχο να πεις μια προσφυγική ιστορία.

Όχι, πρώτα βρήκα αυτές τις κοπέλες, γνωριστήκαμε και ακούγοντας τις ιστορίες τους θέλησα να διηγηθώ κάτι παρόμοιο. 

Οπότε φαντάζομαι στη συνέχεια άλλαξε τροχιά η έρευνά σου.

Ναι, έπειτα πήγα σε καταυλισμούς προσφύγων στην Ελλάδα. Κοντά στη Θεσσαλονίκη, έκανα 2-3 επισκέψεις. Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι κάπως πραγματική λοιπόν. Όντως πήγα στον καταυλισμό θέλοντας να κάνω έρευνα, αλλά δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν κάποιοι εργαζόμενοι εκεί που με βοήθησαν. Και μετά βεβαίως πήγα στο Ιράκ. Πριν απ’ αυτό όμως μίλησα με πάρα πολλούς πρόσφυγες στην Ελλάδα. Βρήκα πολύ κόσμο μέσα στο camp, αλλά στην Ελλάδα αν έχεις τα μάτια σου ανοιχτά θα βρεις παντού μετανάστες πρόθυμους να σου μιλήσουν. 

 

Μιλώντας με αυτόν τον κόσμο είχες κάπως σχηματοποιημένο το σενάριο ή έπαιρνε μορφή μέσα από τις διηγήσεις;

Και τα δύο. Είχα μια ιστορία, αλλά δεν ήταν ακόμα πολύ συγκεκριμένη. Είχα τα βασικά: μια γυναίκα που πηγαίνει ως στρατιώτισσα στην χώρα των γονιών της και αντιμετωπίζει μια αντίφαση. Ότι έρχεσαι με τον στρατό μιας χώρας σαν την Γερμανία σε μια άλλη χώρα σαν το Ιράκ, αλλά ταυτόχρονα κατάγεσαι από εκεί. Έβρισκα ότι υπήρχε ένα δράμα εκεί μέσα. Ήθελα όμως να ξέρω πώς μιλάει και πώς νιώθει αυτός ο κόσμος. Είναι δύσκολο να δείξεις ανθρώπους αν δεν έχεις πιάσει το συναίσθημα. 

Η ηρωίδα στην ταινία ακολουθεί βέβαια την αντίστροφη πορεία από αυτήν που ακολουθούν συνήθως οι πρόσφυγες. Τι σε ενδιέφερε σε αυτό το αντίστροφο ταξίδι αναζήτησης;

Ήταν αυτό που με είχε πιάσει αμέσως στις ιστορίες αυτών των κοριτσιών. Το να βρεις ποια ιστορία ακριβώς θέλεις να πεις όμως ήταν ένα διαφορετικό πράγμα. Πράγματι μερικές φορές γίνεται κι αυτό το ταξίδι, το αντίστροφο. Το βασικό για μένα είναι να διηγούμαι ιστορίες ανθρώπων που τους ξέρω, που τους έχω νιώσει. Ξεκινάω από τις φιγούρες, τα πρόσωπα, τι νιώθουν, τι σκέφτονται. Δεν είχα στο μυαλό μου να κάνω κάτι μεγάλο για τον πόλεμο, την προσφυγιά κλπ. Ήθελα να εστιάσω στις ανθρώπινες ιστορίες και να ξεκινήσω από εκεί.

Μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρουσα η αίσθηση του sisterhood στην ταινία. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε κυρίως ανδρικές κοινότητες σε τέτοιες οριακές, δύσκολες, πολεμικές συνθήκες.

Όταν ήμουν στο Ιράκ μίλησα πολύ με τέτοιες γυναίκες. Αν είσαι για καιρό μαζί τους, φτάνεις σε ένα σημείο πλέον που τις καταλαβαίνεις και σε καταλαβαίνουν. Πιάνεις πώς ζουν, πώς σκέφτονται, πώς νιώθουν. Κι η ίδια η ηρωίδα όσο προχωράει η ταινία μπαίνει όλο και πιο βαθιά μέσα στην κοινότητα, στο sisterhood. Νομίζω οι γυναίκες είναι πάντα πιο ανοιχτές σε αυτά τα πράγματα. Με ενδιέφερε το πώς μοιάζει η γυναικεία κοινότητα που υπερασπίζεται τον εαυτό της.

Best of internet