Last and First Men: Η πρώτη και τελευταία ταινία του Johann Johannsson, ένα στοιχειωμένο sci-fi έπος

Δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, η ταινία έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο Βερολίνο κι εμείς μιλήσαμε με τους συντελεστές της

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

28 Φεβρουαρίου 2020

Πριν από 2 χρόνια, στις 9 Φεβρουαρίου 2018, ο Johann Johannsson φεύγει ξαφνικά από τη ζωή. Ήταν 48 ετών κι η αιτία θανάτου του ήταν ένας συνδυασμός κοκαΐνης με φάρμακο για γρίπη. Ο κόσμος του κινηματογράφου και της μουσικής πένθησε, πολύ, αφού ο Ισλανδός μουσικός ήταν κατά πάσα πιθανότητα ο σπουδαιότερος συνθέτης κινηματογραφικών scores την περασμένη δεκαετία. Ανάμεσα στις δουλειές του, φυσικά, ξεχωρίζουν τα soundtracks για τις ταινίες του Denis Villeneuve: το Prisoners, το Sicario, το Arrival. Και το Mandy βέβαια. Και το The Theory of Everything. Και όλες οι υπέροχες δισκογραφικές του δουλειές στα 00s.

Δύο δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα, μια μελλοντική ανθρώπινη φυλή βρίσκεται στο χείλος του αφανισμού. Το μόνο που έχει απομείνει από τον πολιτισμό της είναι μια σειρά από μνημεία, αρχαία και φουτουριστικά ταυτόχρονα, τα οποία εκπέμπουν το μήνυμά τους στο συμπαντικό κενό. Ο Johann Johannsson, πριν πεθάνει, θέλησε να διηγηθεί αυτήν την ιστορία. Πήρε το μυθιστόρημα Last and First Men του Olaf Stapledon από το 1930, επισκέφτηκε τα εγκαταλειμμένα σοσιαλιστικά μνημεία (τα spomenik) της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας κι έγραψε την πιο στοιχειωτική μουσική του για να συνοδεύσει την διήγηση της Tilda Swinton. Το έργο παρουσιάστηκε μια φορά ζωντανά το 2017, όσο βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη, και μετά τον θάνατο του δημιουργού ανέλαβαν να το ολοκληρώσουν οι συνεργάτες του. Το αποτέλεσμα που βγήκε, δηλαδή το ολοκληρωμένο Last and First Men, προβλήθηκε σε παγκόσμια πρεμιέρα στη φετινή Berlinale.

Πρόκειται, λοιπόν, για μια ταινία ανατριχιαστική. Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι αδύνατον να μην σε συγκινήσει η στοιχειωτική παρουσία του αδικοχαμένου δημιουργού μέσα στο έργο. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το Last and First Men είναι μια καθαρή, αγνή, επιβλητική οπτικοακουστική εμπειρία όπου εικόνα, ήχος και κείμενο συνυπάρχουν σε υπνωτική αρμονία μεταξύ τους. Σε ένα τρίτο επίπεδο, όμως, ο πυκνός σημειολογικός κόσμος της ταινίας ανοίγεται υπερβατικά προς κάθε κατεύθυνση, ανάγνωση και ερμηνεία. Το κείμενο του Stapledon, ενός αριστερού προπολεμικού συγγραφέα με ιδιαίτερη αγάπη προς την εγελιανή φιλοσοφία της ιστορίας, καταπίνει κάθε παρελθοντική και μελλοντική εκδοχή της ανθρωπότητας αναζητώντας την διαλεκτική ανάμεσα στην καταστροφή και τη δημιουργία. Την ίδια ώρα, η αισθητική γλώσσα της ταινίας επικαλείται το Hiroshima Mon Amour και το La Jetee, συνδέοντάς τα με τις ιδέες της νοσταλγίας για τα χαμένα μέλλοντα και της ανθεκτικότητας του παρελθόντος που εξέφρασαν στοχαστές σαν τον Mark Fisher και μουσικοί σαν τον The Caretaker. Και βέβαια, το 2001 είναι κρυμμένο σε κάθε χαραμάδα.

Ναι, το Last and First Men είναι μια αισθητηριακή και διανοητική εμπειρία στην οποία πρέπει να αφεθείτε με την πρώτη ευκαιρία που θα βρείτε. Εμείς, από την άλλη, είχαμε τη χαρά να τη δούμε στο Βερολίνο κι έπειτα να μιλήσουμε με τον Sturla Brandth Grøvlen (του Victoria, του Rams, του Heartstone και του επερχόμενου Wendy του Benh Zeitlin μεταξύ άλλων), διευθυντή φωτογραφίας της ταινίας και γενικό υπεύθυνο για την ολοκλήρωσή της μετά τον θάνατο του Johannsson. Αυτό που ακολουθεί, λοιπόν, είναι η κουβέντα που κάναμε.

Ποια ήταν η διαδικασία για να ολοκληρωθεί η ταινία μετά τον θάνατο του Johannsson;

Χρειάστηκε να περάσει κάποιος χρόνος απ’ όταν πέθανε για να αρχίσω να σκέφτομαι ξανά αυτήν την ταινία. Προφανώς, άφησε πίσω του έναν μεγάλο όγκο ακυκλοφόρητης μουσικής. Αυτή η ταινία ήταν πολύ σημαντική για εκείνον, ήταν το passion project του εδώ και 10 χρόνια. Οπότε μας έγινε γρήγορα ξεκάθαρο ότι έχουμε καθήκον να το ολοκληρώσουμε και να το κυκλοφορήσουμε. Μέσα από τις συζητήσεις μας, καταλάβαμε ότι είχαμε ένα πολύ ξεκάθαρο όραμα για το πώς πρέπει να κινηθούμε. Ο δικός μου ρόλος ήταν αυτός του creative producer που επέβλεπε όλη την διαδικασία του μοντάζ και του μιξάζ. Όλοι όσοι συμμετείχαμε στην ολοκλήρωση του project ήμασταν άνθρωποι που είχαμε δουλέψει ήδη σε αυτό. Το πιο δύσκολο ήταν η μουσική, επειδή δεν είχε ηχογραφηθεί τίποτα πριν πεθάνει ο Johann.

Ταξιδέψατε στην πρώην Γιουγκοσλαβία για τα γυρίσματα της ταινίας, προκειμένου να κινηματογραφήσετε μνημεία και τοπία, χωρίς να έχετε ένα σενάριο μπροστά σας. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Η προσέγγισή μας ήταν εν πολλοίς βασισμένη σε κάποιες εξερευνήσεις που είχε κάνει μόνος του ο Johann με μια μηχανή 8mm σε κάποιες από αυτές τις τοποθεσίες δυο χρόνια πριν πάμε μαζί. Έντυσε λοιπόν αυτό το υλικό με μουσική και έβαλε την αφήγηση του βιβλίου από πάνω. Υπήρχε έτσι μια αρκετά ξεκάθαρη σκέψη για την ταινία πριν ξεκινήσει το δικό μας γύρισμα. Παίρνοντας αυτό σαν αφετηρία, πήγαμε εκεί αναζητώντας μια πιο αφηρημένη εμπειρία ώστε να αποκτήσουν ένα sci-fi όραμα αυτές οι εικόνες. Θέλαμε να δώσουμε την αίσθηση ότι αυτά τα μνημεία αιωρούνται στο διάστημα, χωρίς να ξέρεις αν βρίσκονται ψηλότερα ή χαμηλότερα από σένα.

Θέλαμε να είναι μια εμπειρία διαλογισμού. Συνολικά ήμασταν εκεί για 3 βδομάδες, τριγυρίζοντας με ένα φορτηγάκι στα Βαλκάνια. Νομίζω ότι η φουτουριστική αρχιτεκτονική δύναμη αυτών των μνημείων δημιουργεί μια αίσθηση του τέλους. Όπως αντίστοιχα κι ο ιδιαίτερος τρόπος που επικοινωνούν με το φυσικό περιβάλλον γύρω τους. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι παλιότερα ο κόσμος τα επισκεπτόταν τακτικά. Μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαβίας όμως λίγο-πολύ εγκαταλείφθηκαν. Έκτοτε έχουν καταληφθεί από την βλάστηση, έχουν graffiti πάνω τους κλπ. Υπάρχει πλέον αυτή η αίσθηση ενός εγκαταλελειμμένου πλανήτη, με τα μνημεία να μοιάζουν με αρχαία διαστημόπλοια.

Πρόκειται για ένα έργο αρκετά αφηρημένο και πυκνό. Εσύ προσωπικά το βλέπεις περισσότερο σαν έναν καθαρό συνδυασμό εικόνας, κειμένου και ήχου ή σαν κάτι εγγενώς ανοιχτό σε μια συμβολική, μεταφορική και πολιτική ερμηνεία;

Πιστεύω ότι η σπουδαία τέχνη θέτει ερωτήματα κι έπειτα αφήνει χώρο στον θεατή να τα επεξεργαστεί από την δική του οπτική γωνία. Σε κάνει να διερωτάσαι και να στοχάζεσαι. Νομίζω ότι κι αυτή η ταινία κάνει κάτι τέτοιο. Πιθανότατα αν είσαι από τα Βαλκάνια τότε θα εκλάβεις αυτές τις εικόνες διαφορετικά από εμένα που είμαι απ’ τη Νορβηγία, αφού μιλάμε για διαφορετική ιστορική εμπειρία και πολιτισμικό πλαίσιο. Αντίστοιχα, αν είσαι φαν του Olaf Stapledon και του βιβλίου τότε θα βρεις διαφορετικά πράγματα μέσα στην ταινία. Πολλές πλευρές του μυθιστορήματος συνδέονται έντονα με το σημερινό κλίμα οικολογικού κινδύνου και ανόδου του εθνικισμού. Όλα αυτά χωράνε μέσα στην ταινία κι εμπλουτίζουν την εμπειρία παρακολούθησής της. Μπορείς όμως ταυτόχρονα απλά να αφεθείς και να απολαύσεις τις εικόνες και τη μουσική. Προσωπικά, κάθε φορά που το βλέπω ανακαλύπτω και κάτι διαφορετικό. 

Ποια ήταν οι επιρροές της ταινίας, αισθητικά και διανοητικά; Είχε συγκεκριμένη προέλευση ή αναφορά αυτή η στοιχειωμένη αύρα;

Ο Johann θαύμαζε πάρα πολύ τον Chris Marker και μίλαγε συχνά γι’ αυτόν. Αντίστοιχα, μια σημαντική επιρροή ήταν και το Hiroshima Mon Amour του Alain Resnais. Είναι όμως κάπως δύσκολο να βρεις καλλιτεχνικές αναφορές για αυτήν την ταινία. Ο Johann είχε μια σαφή ιδέα για τα τρία στοιχεία του φιλμ (η μουσική, τα μνημεία και η αφήγηση), την οποία δούλευε συνεχώς για μια δεκαετία. Δε νομίζω ότι αναζητούσε επιρροές από άλλα έργα. Ήθελε να φτιάξει κάτι μοναδικά δικό του. Κι όταν μπήκα εγώ στο πρότζεκτ, αυτές οι βάσεις είχαν μπει ήδη από τον ίδιο. Έπειτα η δική μου δουλειά ήταν να μπω μέσα στο μυαλό του και να εξερευνήσω αυτό το όραμα. 

Έχεις κι άλλη μια ταινία εδώ στην Berlinale, το Shirley της Josephine Decker. Πώς διαλέγεις τις συνεργασίες σου;

Διαλέγω τα πρότζεκτ που δουλεύω αρκετά ενστικτώδικα, κρίνοντας από το έργο του σκηνοθέτη. Ψάχνω κάθε φορά ένα διακριτό στυλ, μια έντονη ιδέα ή μια προσωπική σύνδεση. Κι έπειτα ακολουθούν πολλές ώρες συζήτησης με τον σκηνοθέτη. Διαβάζω πολύ προσεκτικά το σενάριο και μετά του κάνω ένα εκατομμύριο ερωτήσεις. Σε τελική ανάλυση, η ταινία είναι δική του. Οπότε προσπαθώ να ζωντανέψω αυτό το όραμα. Είναι ένας πολύ δημιουργικός τρόπος συνεργασίας για μένα. Ο Johannsson συγκεκριμένα ήταν ένας πολύ ξεχωριστός συνεργάτης. Σαφής στις φιλοδοξίες του, αλλά και ανοιχτός προς την έμπνευση και τις νέες ιδέες. Άκουγε πάντα αυτό που θα του έλεγες.

Αν δεν σε πειράζει, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι ακόμα για το Shirley.

Δεν με πειράζει καθόλου.

Ωραία, γιατί ήταν μακράν η αγαπημένη μου ταινία φέτος. Λοιπόν, στις περισσότερες δουλειές σου εστιάζεις σε απομακρυσμένα τοπία, απόκοσμες κοιλάδες, απομονωμένα χωριά. Από την άλλη, στο Shirley εξερευνάς έναν κυρίως ψυχολογικό χώρο. Πώς ήταν αυτή η μετάβαση;

Πράγματι, ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Ποτέ ξανά δεν έχω γυρίσει ταινία που να διαδραματίζεται κατά ένα τόσο μεγάλο μέρος της μέσα στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Σίγουρα με προσέλκυσε αυτή η πτυχή του Shirley στο να δουλέψω στην ταινία. Τα διαφορετικά επίπεδα παιχνιδιού με την πραγματικότητα και την φαντασία με τράβηξαν πολύ. Το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται διαφορετικά την ίδια πραγματικότητα. Ούτως ή άλλως, το μυαλό της Josephine Decker είναι τόσο ανοιχτό και παιχνιδίζον και μυστηριώδες. Ήταν μια πολύ όμορφη και εύκολη συνεργασία.

Best of internet