To Bloody Nose, Empty Pockets είναι μια ταινία για τους ανθρώπους που ζουν το πραγματικό Uncut Gems

Κι είχαμε τη χαρά να μιλήσουμε με τους δημιουργούς του στο Φεστιβάλ Βερολίνου

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

26 Φεβρουαρίου 2020

Το τι σημαίνει κινηματογραφική αλήθεια είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Ή μάλλον, για να το θέσουμε καλύτερα, το πώς κατασκευάζεται μια κινηματογραφική αλήθεια είναι κάτι αρκετά πολύπλοκο. Αρκεί το να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα; Τι ακριβώς σημαίνει πραγματική ιστορία, άλλωστε; Ποια είναι η φωνή που μιλάει; Η σχέση μεταξύ κινηματογραφικής γλώσσας και αλήθειας ανέκαθεν άγγιζε βαθιά τους δημιουργούς που θέλησαν να βρουν τρόπο να συνδεθούν με την καθημερινή ζωή και την ιστορική πραγματικότητα – άσχετα αν υπηρετούσαν τη μυθοπλασία ή το ντοκιμαντέρ.

Οι αδερφοί Ross, ο Bill και ο Turner, έχουν βρει έναν εντυπωσιακά απλό και τρομερά αποτελεσματικό τρόπο να πραγματευτούν αυτά τα ερωτήματα. Στην τελευταία τους ταινία με τίτλο Bloody Nose, Empty Pockets, την οποία είδαμε εδώ στην 70ή Berlinale, αφηγείται την ιστορία μιας κοινότητας ανθρώπων που ζει και αναπνέει στη νύχτα του Λας Βέγκας, στην σκιά του τζόγου και της λάμψης, στο χείλος της βίας και της καταστροφής. Οι δημιουργοί τους βρίσκουν σε ένα μπαρ με το όνομα Roaring Twenties και φτιάχνουν γύρω από αυτούς έναν μυθικό μικρόκοσμο για την αμερικάνικη ενδοχώρα και την κουλτούρα της νύχτας. Με μια μικρή σημείωση: το μπαρ δεν λέγεται Roaring Twenties, η τοποθεσία του δεν είναι το Λας Βέγκας αλλά η Νέα Ορλεάνη κι αυτό που είδαμε τελικά δεν ήταν ακριβώς ντοκιμαντέρ. Ούτε μυθοπλασία. Κάτι ενδιάμεσο.

Μ’ αυτό το ιδιότυπο υβριδικό post-truth docudrama, τα δύο αδέρφια συναντιούνται με δύο πολύ ενδιαφέρουσες σύγχρονες κινηματογραφικές τάσεις των ΗΠΑ. Από τη μία, με παλαιούς (σαν τον Errol Morris) και νέους (σαν τον Bart Layton) δημιουργούς που επίσης αναζητούν την κινηματογραφική αλήθεια κάπου ανάμεσα στην τεκμηρίωση και την μυθοπλασία. Από την άλλη, με το τωρινό ρεύμα σκηνοθετών που θέλουν να αφηγηθούν αυθεντικές και βρώμικες αμερικάνικες ιστορίες με έντονο ταξικό προσανατολισμό – από τον Sean Baker του Tangerine και του Florida Project μέχρι τους αδερφούς Safdie του Good Time και του Uncut Gems, με αυτό το τελευταίο να συνδέεται ακόμα πιο έντονα με το Bloody Nose, Empty Pockets μιας και η ζωή των τζογαδόρων είναι κεντρική και στις δύο ταινίες.

Βέβαια, παρά την σκληρότητα της ζωής των ανθρώπων της ταινίας, οι αδερφοί Ross δεν κυνηγούν την ένταση αλλά την τρυφερότητα. Αντί για την αδρεναλίνη της περιπέτειας, προτείνουν την καλοσύνη του μοιράσματος. Το Bloody Nose, Empty Pockets είναι εν τέλει μια υπέροχη ταινία για την ανθρώπινη κοινότητα και την ανθεκτικότητά της, μέσα σε ένα μπαρ στην άκρη του κόσμου, λίγο πριν το τέλος του κόσμου. Ευτυχώς, το ελληνικό κοινό θα έχει την ευκαιρία να την απολαύσει σε λίγες μέρες στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Μέχρι τότε, μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω την κουβέντα που κάναμε στο Βερολίνο με τον Turner και τον Bill.

Από που προήλθε αυτή η ιδέα; Και μ’ αυτό εννοώ τόσο την άμεση ιστορία που αφηγείστε όσο και το δεύτερο, meta επίπεδο της ταινίας.

Turner: Πρόκειται για έναν συνδυασμό διαφόρων ιδεών που είχαμε καιρό τώρα στο μυαλό μας. Ξέραμε ότι θέλαμε να φτιάξουμε κάποτε μια ταινία στις παρυφές του Λας Βέγκας, τόσο ως πραγματικό τόπο όσο και ως ψυχική κατάσταση. Το ίδιο το Λας Βέγκας είναι μια παράξενη ιδέα: μια Μέκκα στη μέση της ερήμου όπου πηγαίνεις για να ξεφύγεις από κάποιο άλλο μέρος. Έτσι λοιπόν θέλαμε να εξερευνήσουμε τι υπάρχει στις παρυφές του, τις ανθρώπινες ιστορίες γύρω από αυτό.  Παράλληλα, μας ενδιέφερε πάντα και το μπαρ ως χώρος, η ιδιαίτερη κουλτούρα των μπαρ, το γιατί μαζεύονται οι άνθρωποι εκεί και αφηγούνται ή δημιουργούν τις ιστορίες τους. Ή απλά κρύβονται από το φως της μέρας. Κι εμείς οι ίδιοι μεγαλώσαμε μέσα στα μπαρ.

Bill: Εκτός αυτού, η προηγούμενη ταινίας μας αφορούσε μια συναυλία, οπότε ήταν θεαματική. Έτσι, ξέραμε ότι θέλουμε στη συνέχεια να κάνουμε κάτι μικρό και ανθρώπινο. Αναρωτηθήκαμε: μπορούμε να δημιουργήσουμε μια αίσθηση κοινότητας μέσα σε τέσσερις τοίχους; Μπορούμε να εκφράσουμε την ουσία του παρόντος που ζούμε μέσα σε ένα φιλμ; Η ταινία είναι ένα πορτρέτο ενός μπαρ, αλλά είναι επίσης κι ένα ανθρώπινο τοπίο. Ένα τοπίο όπου μπορούμε να αφεθούμε ελεύθεροι, κι έπειτα να δούμε τι θα συμβεί.

Πώς προσεγγίσατε το γράψιμο της ταινίας και πώς επικοινωνήσατε τις ιδέες σας με τους ανθρώπους που εμφανίζονται; Ρωτάω γιατί η σχέση ανάμεσα στην τεκμηρίωση και την μυθοπλασία είναι αρκετά διακριτική και πολύπλοκη.

Turner: Σενάριο δεν υπήρχε, οπότε απλά συζητήσαμε με τις ώρες. Προετοιμαζόμασταν συζητώντας μαζί τους, έτσι ώστε μπαίνοντας στο μπαρ να εκφράσουν αυτό που ήθελαν πραγματικά. Υπάρχουν δύο απαντήσεις εδώ. Η πρώτη είναι ότι, παρόλο που δεν είχαμε γραμμένο σενάριο, είχαμε μια σαφή ιδέα του τι θέλουμε να κάνουμε και πώς θέλουμε να το εκτελέσουμε. Η δεύτερη είναι ότι ουσιαστικά το γράψιμο έγινε κατά τη διάρκεια του μοντάζ. Σε τελική ανάλυση, εξάλλου, το μοντάζ είναι γραφή. Είχαμε λοιπόν ένα υλικό που έπρεπε να πάρει μορφή. Ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι ως μονάδες και ποιοι ήταν ως κοινότητα; Πώς θα μιλήσουμε για τα ζητήματα που θέλαμε εμείς ως δημιουργοί, χωρίς όμως να τα προβάλουμε ή να τα επιβάλουμε στους ανθρώπους που εμφανίστηκαν στην ταινία;

Μου άρεσε πολύ η σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και την αφήγηση – και νομίζω ότι περπατήσατε με πολλή χάρη πάνω σε αυτήν την λεπτή γραμμή. Ήταν κάτι που σκεφτόσασταν και πιο εννοιολογικά; Σας ενδιέφερε ένα είδος post-truth κινηματογράφου;

Bill: Ναι, σίγουρα το είχαμε κατά νου. Όλες μας οι ταινίες μας είναι τρόποι απάντησης στην ιστορική στιγμή που ζούμε. Είπαμε αυτήν την ιστορία με τον τρόπο που γνωρίζαμε καλύτερα. Δεν θέλαμε μια απλή καταγραφή, θέλαμε να φτάσουμε στην καρδιά των πραγμάτων. Είναι η μεθοδολογία μας, η προσέγγισή μας. Είναι η συγκεκριμένη κινηματογραφική γλώσσα που δημιουργούμε μαζί.

Turner: Ταυτόχρονα όμως ζούμε σε μια εποχή που η reality τηλεόραση είναι παντού, μέχρι και στην προεδρεία των ΗΠΑ. Και, παρόλο που η ταινία μας δεν είναι μια απόπειρα απάντησης στο τι είναι αλήθεια και τι είναι μυθοπλασία, μας ενδιαφέρει πάρα πολύ το να φτάσουμε σε μια πιο πραγματική ανθρώπινη αλήθεια. Και για να το κάνουμε αυτό θα έπρεπε να αντλήσουμε από τους φυσικούς πόρους των πραγματικών ανθρώπων. Όχι να επιβληθούμε πάνω τους, αλλά να το βγάλουμε από μέσα τους.

Μου άρεσε πολύ το όνομα του μπαρ, Roaring Twenties. Ενδιαφέρουσα ειρωνεία, δεδομένου ότι εδώ και δυο μήνες περίπου βρισκόμαστε στα νέα 20s.

Turner: Έτσι είναι η ιστορία, κάνει κύκλους. Μπορεί να έχουμε μια έντονη αίσθηση μοναδικότητας του παρόντος μας, αλλά τα πάντα έχουν ξανασυμβεί στο παρελθόν και θα ξανασυμβούν στο μέλλον. Αλλά έχει να κάνει επίσης με τη νοσταλγία, το πώς δημιουργούμε μύθους.

Μου φαίνεται ότι τελευταία έχει αναπτυχθεί έντονα στην Αμερική ένα νέο προλεταριακό σινεμά, ένα σινεμά του περιθωρίου και της βάσης. Εσείς τι είναι αυτό που βρίσκετε ενδιαφέρον στην αμερικάνικη κοινωνική εμπειρία;

Bill: Πρώτα απ’ όλα, είμαστε κι εμείς τέτοιοι άνθρωποι. Προερχόμαστε από την εργατική τάξη, την αλκοολική τάξη. Δεν κοιτάμε προς τα κάτω για να κάνουμε τέτοιο σινεμά. Είμαστε μέρος κάθε πράγματος που κινηματογραφούμε.

Turner: Χάνουμε πολλά πράγματα από αυτήν την κοινωνική εμπειρία αν εστιάζουμε μόνο στις μεγάλες πόλεις και την κουλτούρα των σελέμπριτι. Υπάρχει ένα προλεταριάτο που βράζει στην Αμερική. Έτσι κι εμείς θέλουμε να ελπίζουμε ότι είμαστε προλετάριοι κινηματογραφιστές. Φτιάχνουμε ταινίες μαζί, με εργαλείο την φιλία και την αυτονομία μας. Και προσπαθούμε να κοιτάμε πάντα αυτό που συμβαίνει πραγματικά. Όταν εξελέγη ο Τραμπ, όλοι έμειναν έκπληκτοι. Αν μίλαγες με κόσμο όμως καταλάβαινες ότι κάτι τέτοιο θα έρθει σύντομα.

Πιστεύετε ότι υπάρχει όντως μια τέτοια ταξική στροφή στην θεματολογία του αμερικάνικου σινεμά; Υπάρχει εξάλλου μια σπουδαία παράδοση αμερικάνικου ρεαλισμού.

Turner: Βέβαια, κι αυτή η παράδοση είναι μια πηγή έμπνευσης για εμάς. Προσπαθούμε πάντα να εκφράζουμε κινηματογραφικά την εκτίμηση και τον σεβασμό μας προς τους ανθρώπους που αφηγήθηκαν παρόμοιες ιστορίες πριν από εμάς. Θα μου άρεσε πάντως να δω πράγματι περισσότερα τέτοια πράγματα στο αμερικάνικο σινεμά. Μια κίνηση μακριά από την λάμψη, τους αστέρες και το box office. Να εστιάσουμε στο ποιοι είναι οι καλλιτέχνες, τι έχουν να πουν και πώς σχετίζονται με όσα συμβαίνουν εκεί έξω.

Δεν ξέρω, μου φαίνεται ότι κι ο κόσμος ζητάει όλο και περισσότερο τέτοιο σινεμά, που να αποπνέει αυθεντικότητα.

Turner: Ναι, η αυθεντικότητα είναι η λέξη κλειδί εδώ πέρα. Τι είναι αυθεντικό και πώς το πλησιάζουμε καλλιτεχνικά;

Είναι δύσκολο να το ορίσεις σαν έννοια, αλλά το νιώθεις. Νομίζω ότι αυτή η αίσθηση είναι κυρίαρχη στην ταινία σας.

Bill: Να ‘σαι καλά.

Παρόλο που η ταινία δεν σχολιάζει πολύ τον τζόγο, η σκιά του πλανάται πολύ έντονα πάνω από τους ανθρώπους. Σκεφτόμουν το Uncut Gems που είδαμε πρόσφατα. Εκεί, ο τζογαδόρος ζει μια ζωή αβίωτη. Σε εσάς, τα πράγματα λειτουργούν πιο υπόγεια.

Turner: Μας ενδιαφέρουν πολύ οι σκιές που ρίχνουν τα πράγματα πάνω στους ανθρώπους. Γι’ αυτό και προτιμούμε να μην τα κατονομάζουμε ευθέως. Μας νοιάζει το πώς πλανώνται σαν φαντάσματα. Αυτή είναι η θέση του τζόγου στην ταινία, της φαντασίωσης, της επιθυμίας διαφυγής. Αντίστοιχα, παρόμοια σκιά ρίχνουν η πολιτική και η αρρενωπότητα πάνω στους ανθρώπους της ταινίας. Μας ενδιαφέρει λοιπόν να κοιτάξουμε μέσα τους ώστε να επεξεργαστούμε αυτά τα κοινωνικά ζητήματα.

Από που πηγάζει αυτή η αίσθηση γλυκύτητας και οικειότητας που έχει η ταινία σας;

Turner: Πάντα ξεκινάμε να κάνουμε μια ταινία με αφετηρία την αγάπη, αλλιώς δεν υπάρχει καμία ενσυναίσθηση. Έτσι καλέσαμε και τους ανθρώπους να εμφανιστούν στην ταινία. Τους είπαμε: «είστε εδώ για να είστε ο εαυτός σας». Πώς αλλιώς θα έπειθες κάποιον να κάνει κάτι του οποίου το αποτέλεσμα δεν γνωρίζει καν; Μόνο κερδίζοντας αυτήν την εμπιστοσύνη με αγάπη.

Είναι ένα άλμα πίστεως, με τον τρόπο του.

Turner: Ναι, ακριβώς.

Bill: Προσεγγίζουμε τα πράγματα με αγάπη κι αυτό διαχέεται στον χώρο. Τις περισσότερες φορές υπάρχει κι ανταπόκριση. Θέλω όλες οι ταινίες μας να έχουν μεγάλη καρδιά.

Best of internet