We Take Berlin: Η καμένη ρωσική νεολαία έχει πια τον σκηνοθέτη της, κι εμείς μιλήσαμε μαζί του για ντραγκς και πολιτική

Ο πιτσιρικάς Aleksandr Gorchilin κάνει το εντυπωσιακό ντεμπούτο του με το Acid

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

8 Φεβρουαρίου 2019

Kislota. Έτσι λέγεται το acid στα ρώσικα. Κι όταν λέμε acid, εννοούμε τόσο το οξύ όσο και το LSD. Ναι, όπως στα αγγλικά, έτσι και στα ρώσικα αυτή η αμφισημία είναι παρούσα, αλλά από την άλλη κάθε πιθανό τέτοιο λογοπαίγνιο με το συμπαθές ψυχοτρόπο ντρόγκι και την ακραία βλαβερή χημική ουσία στην ελληνική γλώσσα θα σπαταλιόταν μόνο σε όσους είναι ήδη εξοικειωμένοι με την διεθνή ναρκω-ορολογία.

Δεν πειράζει όμως, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Ακόμα κι αν δεν γνωρίζετε, τώρα ξέρετε. Αν απορείτε, βέβαια, γιατί τα λέμε όλα αυτά τα ασυνάρτητα, ο λόγος δεν είναι ότι έχουμε πάρει acid (ωπ), αλλά ότι αυτές τις μέρες στο Φεστιβάλ Βερολίνου είχαμε την χαρά να δούμε το Kislota/Acid του Aleksandr Gorchilin, και μάλιστα είχαμε την επιπλέον χαρά να συζητήσουμε μαζί του για την ταινία του. Η ταινία αυτή, λοιπόν, αφορά ουσιαστικά την σύγχρονη χαμένη γενιά της ρωσικής επικράτειας – την αυτοκαταστροφική, τοξική, no-future νεολαία της ρωσικής κοινωνίας. Σεξ, ντραγκς (και τι ντραγκς βασικά), τέκνο, μηδενισμός, κυνισμός, ζωή χωρίς νόημα: αυτό είναι πάνω κάτω το πνεύμα του Acid, κι ο Gorchilin το υπηρετεί με μεγάλο πάθος και προσήλωση. Βέβαια, είναι 26 χρονών μόλις κι ο ίδιος, οπότε αυτήν την φάση κι αυτήν την γενιά την έχει ζήσει από μέσα, είναι κομμάτι της εμπειρίας του και κομμάτι του εαυτού του.

Δεν θα ήμασταν και ιδιαίτερα υπερβολική ότι το Acid μοιάζει με μια arthouse εκδοχή της σελίδας Squatting Slavs in Tracksuits, κι αυτό από μόνο του θα έπρεπε να είναι επαρκής λόγος για να ενδιαφερθεί για την ταινία κάθε άνθρωπος που έχει μυσταγωγηθεί σε κακόφημα στενά της διαδικτυακής σλαβικής νιχιλιστικής καγκουριάς. Το Acid, όμως, δεν είναι απλά ένα φτηνό τρικ. Είναι ένα σκληρό, ηδονιστικο, επίπονο και παραισθησιογόνο δράμα – μια κινηματογραφική ενόρμηση θανάτου. Για να μην τα πολυλογούμε, συναντηθήκαμε με τον Gorchilin και συζητήσαμε μαζί του, από κοινού με άλλες δύο αγαπητές συναδέλφισσες και συναδέλφους, κι αυτή εδώ χοντρικά ήταν η κουβέντα που κάναμε.

Τι σε τράβηξε στο σενάριο της ταινίας ώστε να το σκηνοθετήσεις;

Ξέρετε την σταχτοπούτα; Κάπως έτσι έγινε, όπως στο παραμύθι. Ξύπνησα ένα πρωί και δέχτηκα έναν τηλεφώνημα από τον παραγωγό: «Θέλεις να σκηνοθετήσεις μια ταινία;». Κι εγώ απάντησα: «Ναι, μάλλον». Κι έπειτα αυτό το παραμύθι μεταμορφώθηκε σε μια εξάμηνη, επίπονη αναζήτηση του θέματος για το οποίο θα φτιάχναμε την ταινία. Και καθώς είχα πλήρη συνείδηση, κι ακόμα έχω δηλαδή, του γεγονότος ότι δεν είμαι σκηνοθέτης, πίστευα ότι το μόνο θέμα που θα μπορούσα να πιάσω είναι ένα θέμα που με αφορά σε προσωπικό επίπεδο. Αν αφορούσε άλλο θέμα, μάλλον δεν θα το είχα κάνει. Έπειτα ήρθε ο σεναριογράφος, ο οποίος επίσης έκανε το ντεμπούτο του με την ταινία, αφού συνήθως δούλευε στο θέατρο. Στη συνέχεια, δουλέψαμε το σενάριο βασισμένοι σε παρατηρήσεις πάνω στους ανθρώπους γύρω μου, οπότε, μ’ αυτήν την έννοια, δεν είναι αυτοβιογραφική ταινία αλλά είναι πολύ προσωπική.

Η ταινία αφιερώνεται στις μητέρες και τους πατέρες, οι οποίοι εν πολλοίς απουσιάζουν απ’ την ταινία. Αν ένας γονιός δει την ταινία, θεωρείς πως είναι ένα παράθυρο κατανόησης της σημερινής νεολαίας;

Δεν θα έλεγα πως η ταινία τους κατηγορεί ότι δεν καταλαβαίνουν. Κι η αφιέρωση είναι κάπως ειρωνική. Δεν θέλω να υποστηρίξω ότι βρίσκομαι σε κάποια υπεύθυνη θέση ώστε να πως στους άλλους τι είναι σωστό και τι όχι. Στην ταινία προσπαθώ να διασαφηνίσω μερικά πράγματα και να διατυπώσω ερωτήματα, όχι μόνο για το κοινό αλλά και για μένα, αφού είμαι μέρος αυτής της γενιάς. Αν ήμουν 45, μάλλον θα είχα κάνει μια πολύ διαφορετική ταινία, από μια πιο δασκαλίστικη και κριτική σκοπιά. Κι έχει πλάκα ότι η ταινία, που προβλήθηκε ήδη στη Ρωσία, μίλησε περισσότερο στη γενιά των γονιών αυτών των χαρακτήρων. Ή τουλάχιστον έτσι μου λέει το φίντμπακ που έχω πάρει. Η μητέρα μου πάντως την βρήκε πολύ προσβλητική την ταινία. Μου έλεγε ότι αφού έφτιαξα μια τέτοια ταινία, τότε λογικά αφορά αυτήν. Αλλά δεν είναι για εκείνη.

Πώς επεξεργάστηκες την αμφισημία του Acid σαν λέξη και σαν ουσία; Η ταινία σου είναι παραισθησιογόνα και ηδονιστική, αλλά είναι επίσης σκληρή και επίπονη.

Πράγματι, προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε την αμφισημία της λέξης Acid ώστε να εκφράσουμε πολλά διαφορετικά πράγματα. Το Acid σαν ναρκωτικό μπορεί να καταστρέψει πολλά πράγματα και να οδηγήσει επίσης σε πολλές καλλιτεχνικές ανησυχίες. Παράλληλα, είναι μια λέξη που συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν για να περιγράψουν τον ενδότερο συναισθηματικό τους κόσμο, όταν τους τρώει κάτι μέσα τους. Και φυσικά ως χημική ουσία που αποσυνθέτει την ύλη. Χρησιμοποιήσαμε, λοιπόν, αυτήν την αμφισημία για να βρούμε τον ρυθμό της ταινίας, κι επίσης με επηρέασε πολύ στην μουσική και το φάσμα των χρωμάτων. Είναι σαν ένα συναίσθημα το Acid.

Ουσιαστικά, έχεις σχεδόν ίδια ηλικία με την ίδια την μετασοβιετική Ρωσία. Αυτό καθιστά την ταινία ένα πολιτικό σχόλιο πάνω σε μια χώρα που δεν προσφέρει τίποτα στους νέους της παρά μόνο απουσία νοήματος. Βλέπεις εσύ πολιτικά την ταινία σου;

Απολύτως. Εμείς είμαστε η άμεση συνέπεια όσων συμβαίνουν στην πολιτική σκηνή. Κι η πολιτική επηρεάζει βαθιά το τι σκέφτονται και νιώθουν οι άνθρωποι, πώς βλέπουν τον κόσμο. Άρα, θα έλεγα ότι η πολιτική είναι η αιτία κι εμείς είμαστε το αποτέλεσμα. Δεν το λέμε αυτό ανοιχτά στην ταινία, αλλά το έχουμε μόνιμα στο μυαλό μας. Αν τριγύρω σου έχεις τόσες πολλές απαγορεύσεις, τότε σου δημιουργείται ένα αίσθημα εσωτερικής κενότητας και αβεβαιότητας. Και κατά συνέπεια γίνεται κυνικός και αδρανής. Κι επίσης, πολιτική δεν είναι μόνο το κεντρικό ή εθνικό επίπεδο. Είναι επίσης κι η κατάσταση μέσα στην οικογένεια. Οπότε η ταινία μας είναι πολιτική και στην μικρή αυτή κλίμακα, κι οι γονείς είναι ο λόγος για τον οποίο είναι έτσι τα παιδιά τους.

Ο χαρακτήρας της γιαγιάς έχει μεγάλο ενδιαφέρον στην ταινία. Έχουν οι παππούδες κι οι γιαγιάδες σημαντικό ρόλο στο μεγάλωμα των παιδιών στη Ρωσία;

Η κουλτούρα στη Ρωσία είναι πολύ κοντά με την κουλτούρα στην Ελλάδα, όπου οι παππούδες κι οι γιαγιάδες είναι σωτήρες των γονιών που δεν έχουν χρόνο να μεγαλώσουν τα παιδιά τους μόνοι. Στα πρώτα χρόνια της ζωής σου επηρεάζεσαι πολύ από τον παππού και την γιαγιά, ειδικά αν σε μεγαλώνουν εξίσου με τους γονείς σου. Μπορεί να έχουν μια παλιομοδίτικη κοσμοθεώρηση και ηθικές αξίες, αλλά παράλληλα είναι πολύ φροντιστικοί και τρυφεροί μαζί σου. Έπειτα μεγαλώνεις, και καταλαβαίνεις ότι η ζωή μπροστά σου θα είναι αγώνας. Στην ταινία η γιαγιά είναι ο μόνος χαρακτήρας που είναι διαρκώς μαζί με τον ήρωα. Είναι πάντα εκεί γι’ αυτόν. Η μητέρα έχει διαλέξει τον δικό της δρόμο, κι η γιαγιά είναι ένα σύμβολο μονιμότητας – κάτι κλασικό στη Ρωσία.

Συνήθως η δυτική πρόσληψη της σύγχρονης Ρωσίας είναι γεμάτη επιφανειακά στερεότυπα. Κι επίσης, το κοινό τείνει πολλές φορές να ρομαντικοποιεί την no-future αυτοκαταστροφική νεολαία (εδώ πχ την υποκουλτούρα των γκόπνικ). Σε προβλημάτισε αυτό όσο έφτιαχνες την ταινία;

Πρώτα απ’ όλα, δεν γνωρίζαμε εξαρχής αν η ταινία μας θα έφτανε στην Ευρώπη ή όχι. Όσον αφορά τα στερεότυπα, πράγματι, η εικόνα για τη Ρωσία είναι ανακριβής συνήθως. Η Ρωσία είναι μια χώρα με πολύ έντονες διαφορές, και νομίζω πως στην πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολο να την περιγράψεις σαν χώρα. Είναι μια χώρα με πολλές παραδοξότητες. Όπως έχει ειπωθεί, είναι μια χώρα υπέροχη, ισχυρή, σπουδαία – και την ίδια στιγμή τόσο εξαθλιωμένη. Από την άλλη πλευρά, όμως, κάναμε μια ταινία για ανθρώπους, με τα βάσανα και τα συναισθήματά τους, την αγάπη και το σεξ, την απομόνωση ή την αναζήτηση του εαυτού τους. Αυτό είναι κάτι που ξεπερνάει τα σύνορα. Είναι κάτι που κάνουμε όλοι μας.

Best of internet