Γιατί είναι τόσο πολύπλοκο να φτιάξεις μια steampunk ταινία;

Με αφορμή τη νέα σειρά του Joss Whedon, το steampunkικόThe Nevers, ανατρέχουμε σε ένα είδος που μοιάζει να βρίσκεται παντού και πουθενά στην pop κουλτούρα

Πριν λίγες μέρες, ξεκινήσαμε από το The Nevers, τη νέα σειρά του Joss Whedon, για να πάμε κάπου αλλού: στην συζήτηση γύρω από την θεοποίηση και την αποκαθήλωση του κάποτε μπαμπά της απανταχού nerdοσύνης, υπό το φως τον πρόσφατων αποκαλύψεων για την διαρκή και μακροχρόνια κακοποιητική συμπεριφορά του εντός των επαγγελματικών χώρων των σειρών και των ταινιών του. Τώρα, σκοπεύουμε να ξεκινήσουμε ξανά από το The Nevers ώστε να πάμε πάλι κάπου αλλού. Ναι, απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι η μοίρα αυτής της σειράς να αποτελέσει αυτοτελές πεδίο συζήτησης και ανάλυσης – τουλάχιστον όχι προς το παρόν (αν και στο προαναφερθέν άρθρο επισημάναμε κάποιους προβληματισμούς μας). Εδώ, λοιπόν, θα χρησιμοποιήσουμε την σειρά που ξεκίνησε πρόσφατα στο HBO, με τον δημιουργό της να έχει αποχωρήσει ήδη από την παραγωγή, ώστε να μιλήσουμε για το genre στο οποίο ανήκει, σε αδρές γραμμές, το The Nevers. Δηλαδή το steampunk.

Αν δεν έχετε τσεκάρει μέχρι στιγμής τη σειρά, τότε ας πούμε ότι χοντρικά αφορά μια κοινότητα γυναικών που κατέχουν υπερφυσικές δυνάμεις στα τελευταία χρόνια της Βικτοριανής Αγγλίας, δηλαδή κάπου στα τέλη του 19ου αιώνα. Οι γυναίκες αυτές ονομάζονται Touched κι αποτελούν μια κοινωνική ομάδα ανθρώπων που καταπιέζεται και στιγματίζεται από τις συντηρητικές δυνάμεις που επιχειρούν να διασφαλίσουν την διαιώνιση της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Ακόμα περισσότερο, καθώς βρισκόμαστε στην αυγή του 20ού αιώνα του μοντερνισμού, δηλαδή στην αυγή ενός νέου κόσμου, η κοινότητα των Touched (ως σύμβολο για τους αποκλεισμένους ολόκληρης της καπιταλιστικής νεωτερικότητας) δίνει έναν αγώνα για επιβίωση, ορατότητα και αναγνώριση που παραπέμπει στην δυνατότητα ενός διαφορετικού μέλλοντος για την ανθρωπότητα. Σε επίπεδο θεματολογίας, λοιπόν, το The Nevers είναι αρκετά φιλόδοξο στην οπτική του – μια φιλοδοξία γνώριμη και κοινότοπη σε πολλά σημεία της (και προβληματική σε κάποια άλλα, αν λάβουμε υπόψιν το context γύρω από τον Whedon) αλλά, αν μη τι άλλο, ευγενής.

Τι συμβαίνει όμως σε επίπεδο αισθητικής και genre; Με βάση αυτήν την σύντομη περιγραφή, είναι αρκετά σαφές πως το The Nevers είναι μια science fiction σειρά. Ή science fantasy, λίγο πιο ακριβέστερα. Όντας ριζωμένο στις χρόνιες εμμονές του δημιουργού του, βρίσκεται κάπου ανάμεσα στους X-Men και στην Buffy the Vampire Slayer: υπερφυσικές ικανότητες, mutant προβληματική και στίγμα του αποκλεισμού, υπόγεια κοινότητα που περιλαμβάνει ισχυρό sisterhood, ανώτερος μεταφυσικούς σκοπός που υπηρετούν τα υποκείμενα. Υπάρχει όμως ένας αισθητικός παράγοντας που δίνει στο The Nevers μια νότα που το διαχωρίζει κατά πολύ από τις περισσότερες sci-fi και fantasy σειρές που τείνουν να τοποθετούνται είτε σε ένα μακρινό μέλλον (έμμεσα ή άμεσα δυστοπικό) είτε σε ένα μακρινό παρελθόν (λιγότερο ή περισσότερο αγνό από τα δεινά του σύγχρονου κόσμου). Η σειρά, όντας τοποθετημένη στην απαρχή του σύγχρονου κόσμου όπως τον ξέρουμε, δημιουργεί μια ρετροφουτουριστική εσάνς που συνδυάζει την βιντάζ βικτωριανή αισθητική με το στοιχείο του φανταστικού, του αλλόκοτου και του ρηξικέλευθου.

Είναι αυτό, λοιπόν, χοντρικά που ονομάζουμε steampunk: ένα καλλιτεχνικό υποείδος και μια πολιτιστική υποκουλτούρα που καταπιάνεται με αναχρονιστικές τεχνολογίες ή ρετροφουτουριστικές καινοτομίες, όπως τις οραματίζονταν οι άνθρωποι του 19ου αιώνα που αποτέλεσαν τέκνα της ατμοκίνητης βιομηχανικής επανάστασης της εποχής τους. Ανάμεσα στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση της ατμομηχανής και την δεύτερη του ηλεκτρισμού, το μέλλον της ανθρωπότητας έμοιαζε γεμάτο αισιοδοξία κι ελπίδα: ένα πεδίο άπειρων δυνατοτήτων όπου όλα ήταν ανοιχτά. Έτσι, η αισθητική του ευρωπαϊκού και αμερικάνικου 19ου αιώνα, όπως αποτυπώνεται στην μόδα, την κουλτούρα, την αρχιτεκτονική, την τεχνολογία και την τέχνη της εποχής, γέννησε το στυλ του steampunk ως κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας του ύστερου 20ού αιώνα. Μιλάμε, επομένως, για ένα διακριτό sci-fi στυλ που έχει εμμονή με τα παλιομοδίτικα φορέματα και ρούχα, τα κυριλέ καπέλα, τα αεροπορικά goggles, τις αποχρώσεις του χαλκού, τα γρανάζια των μηχανών, τα θαύματα της μηχανικής, τις φανταστικές high-tech ατμοκινούμενες μηχανές που θα μπορούσαν να είχαν αποτελέσει το μέλλον της ανθρωπότητας αν δεν είχε έρθει ο ηλεκτρισμός.

Μιλάμε, όπως καταλαβαίνετε, για μια πολύ ιδιαίτερη αισθητική που βασίζεται εν πολλοίς στην οπτική ταυτότητα. Γι’ αυτό άλλωστε είναι πολύ δύσκολο να μπερδέψεις ένα steampunk στυλ με οτιδήποτε άλλο. Πέρα από ένα στυλ, όμως, το steampunk μπορεί να είναι κάμποσα ακόμα πράγματα, ενίοτε από αντιφατικά έως και συγκρουόμενα μεταξύ τους. Και, κατά μία έννοια, το The Nevers μοιάζει να ευθυγραμμίζεται περισσότερο με τις θεματικές ανησυχίες του steampunk παρά να περιορίζεται σε μια στυλιστική αναφορά στο είδος (εξάλλου το HBO microsite της σειράς φρόντισε να προχωρήσει σε κάποια ταχύρυθμα steampunk μαθήματα εν όψει της πρεμιέρας). Γιατί, εφόσον μιλάμε για ένα ρετροφουτουριστικό genre που πηγάζει από τις τεχνο-ουτοπικές φαντασιώσεις του 19ου αιώνα, τότε αναγκαστικά μιλάμε για κάτι περισσότερο από απλό στυλ. Η ίδια η πραγματική ιστορία του, άλλωστε, αποκαλύπτει κάτι αρκετά πιο πλούσιο. Παρότι οι στυλιστικές ρίζες του steampunk αναφέρονται συνολικότερα στην κουλτούρα και τον διάκοσμο της Βικτοριανής Αγγλίας (και σε μικρότερο βαθμό της Αμερικάνικης Άγριας Δύσης), οι θεματικές του ρίζες βρίσκονται στους τεχνοοπτιμιστές επιστημονικο-ρομαντικούς συγγραφείς του 19ου αιώνα όπως ο Ιούλιος Βερν και ο H.G. Wells που φαντασιώθηκαν μια ανθρωποκεντρική τεχνολογία ικανή να εξερευνήσει τα πιο απάτητα ωκεανικά, διαστημικά και ιστορικά βάθη.

Αντίστοιχα, για να ερχόμαστε σιγά σιγά στο πεδίο των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών μεταφορών, οι πρώτες μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές που επηρεάστηκαν ευθέως ή εμμέσως από τον Verne και τον Welles ήταν κι εκείνες που μάλλον εδραίωσαν την οπτική ταυτότητα που αργότερα θα αποτελούσε βάση του steampunk. Έτσι, τα πλουσιοπάροχα technicolor 20,000 Leagues Under the Sea, From the Earth to the Moon και Journey to the Center of the Earth των 50s (όλα τους βασισμένα σε ιστορίες του Verne), αλλά και το υπερ-καθοριστικό The Time Machine του 1960 που μετέφερε το ομώνυμο έργο του Wells στη μεγάλη οθόνη, αποτέλεσαν μείζονα σημεία αναφοράς για τους πρώτους steampunkers που ξεπήδησαν μέσα από το ριζοσπαστικό λογοτεχνικό περιβάλλον του νέου κύματος της επιστημονικής φαντασίας κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 που αποφάσισαν να εφαρμόσουν σύγχρονες μορφές speculation πάνω στις τεχνολογίες του μακρινού παρελθόντος. Η επίσημη αρχή του steampunk ως διακριτού λογοτεχνικού subgenre, όμως, έρχεται στα 80s με τα έργα των K.W. Jeter, Tim Bowers και James Blaylock (φίλοι και συμφοιτητές όλοι τους στην ελευθεριακή δυτική ακτή των 60s). Ο ίδιος ο Jeter το 1987, επηρεασμένος από το cyberpunk ρεύμα με το οποίο επικοινωνούσε κι ο ίδιος, βαφτίζει το στυλ αυτό steampunk, προβλέποντας πως οι βικτοριανές τεχνο-φαντασίες θα αποτελέσουν το μέλλον του sci-fi. Λίγα χρόνια αργότερα, σχεδόν για να επιβεβαιώσουν την σύνδεση, οι μπαμπάδες του cyberpunk William Gibson και Bruce Sterling γράφουν μαζί το αρχετυπικό steampunk μυθιστόρημα, το The Difference Engine.

Αυτή η πορεία, λοιπόν, είναι που συνδέει το steampunk με την συνολικότερη διαδρομή της επιστημονικής φαντασίας από το ’60-’70 κι έπειτα, κι ειδικότερα με την εικονοκλαστική αντίληψη του cyberpunk για το παρελθόν και το μέλλον. Με βάση αυτήν την προσέγγιση, αν το “steam” παραπέμπει στην ατμοκίνητη τεχνολογία του 19ου αιώνα, τότε το “punk” σημειολογικά παραπέμπει σε μια ριζοσπαστική ή ανατρεπτική διάθεση απέναντι στις παραδεδομένες και κατεστημένες κοινωνικές αντιλήψεις και δομές (αν και, οκ, μπορείς να κολλήσεις το punk ως κατάληξη σε οτιδήποτε πλέον). Πέρα από μόδα και στυλ, επομένως, το steampunk κουβαλάει κι ένα περιεχόμενο. Οι πιο ριζοσπαστικές φωνές εντός της steampunk υποκουλτούρας έβλεπαν τα έργα τους ως μια μορφή επανεπινόησης του παρελθόντος μέσα από το υπερ-τεχνολογικό πρίσμα του παρόντος. Επομένως, η στροφή προς τον 19ο αιώνα δεν έχει την αίσθηση της νοσταλγικής/συντηρητικής επιστροφής σε ένα εξιδανικευμένο δήθεν αγνό παρελθόν. Αντιθέτως, τα πιο ενδιαφέροντα steampunk έργα προσφέρουν μια κοινωνική κριτική της τεχνολογίας που δεν είναι τεχνοφοβική. Επιστρέφουν, δηλαδή, σε μια στιγμή της τεχνολογικής ανάπτυξης απ’ όπου θα μπορούσε να ξεπηδήσει ένα εναλλακτικό μέλλον για την ανθρωπότητα, βασισμένο σε μια σχέση ανάμεσα στην τεχνολογία και την κοινωνία που δεν θα παράγει ανισότητα και αποκλεισμό αλλά ευημερία και ομορφιά. Εξάλλου, ο «μακρύς 19ος αιώνας», για να χρησιμοποιήσουμε την φράση του ιστορικού Eric Hobsbawm, ήταν ένας αιώνας που, πέρα από τεχνοεπιστημονική πρόοδο και καπιταλιστική ανάπτυξη, γέννησε και μια σειρά από ρεύματα ουτοπικής ριζοσπαστικής κοινωνικής σκέψης και πράξης που είδαν στο μέλλον της ανθρωπότητας μια ευκαιρία για δημιουργία ενός καλύτερου και δικαιότερου κόσμου.

Μ’ αυτήν την έννοια, οι καλύτερες στιγμές του steampunk άσκησαν κριτική στην μαζική βιομηχανική κοινωνία, στην απεριόριστη τεχνολογική επέκταση και στην αυτονόμηση της τεχνοεπιστήμης από τις ατομικές και συλλογικές ανάγκες. Κι αυτό, μοιραία, τις φέρνει σε διάλογο με την cyberpunk παράδοση απ’ την οποία δανείστηκαν το όνομά τους. Όπως το cyberpunk άσκησε μια ριζική κριτική στην απλοϊκή και αφελή αισιοδοξία για το τεχνολογικό μέλλον της ανθρωπότητας, δημιουργώντας μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες (και κουλ) δυστοπίες ever, έτσι και το steampunk έστρεψε το βλέμμα προς τα πίσω ώστε να κάνει μια κριτική στην τεχνολογία αλλά με τα δικά της μέσα. Το steampunk, φετιχοποιώντας την ατμοκίνητη τεχνολογία, που είναι πιο σωματική και γήινη, δεν επιζητάει την επιστροφή σε ένα προτεχνολογικό παρελθόν όπως κάνει το συντηρητικό fantasy. Αντιθέτως, επιθυμεί μια επιστροφή στο σημείο μηδέν της μοντέρνας τεχνολογικής εξέλιξης ώστε να αναδείξει μια σχέση τεχνολογίας-κοινωνίας που θα μπορούσε να είναι διαφορετική. Γι’ αυτό, άλλωστε, τόσα πολλά steampunk έργα έχουν μια αίσθηση βιομηχανική-επανάσταση-gone-wrong και gone-right ταυτόχρονα. Και στις πιο ριζοσπαστικές πλευρές του, όπως είπαμε, το steampunk φαντασιώνεται μια DIY τεχνολογία που βρίσκεται στα χέρια όχι των τεχνοκρατών αλλά των αδύναμων και των καταπιεσμένων. Αυτή η χειροποίητη τεχνολογία, υπηρετώντας τον άνθρωπο και όχι την μηχανή, είναι που συχνά δίνει ενίοτε στον steampunkικό ρετροφουτουρισμό έναν χαρακτήρα ουτοπικής εναλλακτικής ιστορίας. Εκεί που το cyberpunk λέει “no future”, οικειοποιούμενο τον punk μηδενισμό, το steampunk φέρνει στο τραπέζι μια κριτική αισιοδοξία μέσα από την ματιά στο παρελθόν. Έτσι, αν κρατάει κάτι punk μέσα του, αυτό τις περισσότερες φορές δεν έχει αρνητική αλλά θετική ενέργεια.

Πριν από περίπου 4 χρόνια, έχοντας δει το live-action Ghost in the Shell και περιμένοντας να δούμε το sequel Blade Runner 2049, γράφαμε για τον cyberpunk κινηματογράφο και τις περιπέτειές του. Αντίστοιχα, θα λέγαμε ότι το steampunk υπήρξε εξίσου περιπετειώδες στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη. Παρόλα αυτά, υπάρχουν δύο παρατηρήσεις που πρέπει να κάνουμε εδώ. Πρώτον, το steampunk είναι ακόμα πιο δύσκολο να οριστεί σαν κινηματογραφικό genre σε σχέση με το cyberpunk, αφού υπάρχουν πολλές ταινίες με στυλιστικές steampunk παραπομπές αλλά χωρίς ιδιαίτερο ή σαφές steampunk περιεχόμενο. Δεύτερον, αυτό το ίδιο το steampunk περιεχόμενο, ακριβώς για να μπορεί να γίνει υλικό για mainstream σινεμά, πολύ συχνά έχει νερωθεί με τρόπο που το κάνει να μετατρέπεται στο αντίθετό του: δηλαδή μια μόδα που παραπέμπει σε αισθητική νοσταλγία για ένα αόριστο παρελθόν με γρανάζια, ρολόγια, art nouveau αντικείμενα και sepia αποχρώσεις. Έτσι, ακολουθώντας την τάση για διάχυση του steampunk στυλ σε διάφορα πεδία της μαζικής κουλτούρας (μόδα, ρουχισμός, κόμιξ, video games, design, μουσική), τα steampunk στοιχεία του σινεμά έμοιαζαν να βρίσκονται σε πολλά σημεία ταυτόχρονα αλλά σπανίως να συναντιούνται σε ένα κοινό ή έστω συγγενικό κινηματογραφικό ύφος.

Αν αναζητούσαμε την αρχή ενός πιο συνεκτικού steampunk σινεμά, αυτή θα ήταν μάλλον το Time After Time του Nicholas Meyer από το 1979, μιας και μιλάμε για την πρώτη ταινία που δεν επηρεάστηκε απλώς από την κλασική λογοτεχνία του 19ου αιώνα αλλά ακολούθησε σε πραγματικό χρόνο τις τάσεις της επιστημονικής φαντασίας που εκείνη την εποχή δημιουργούσαν το steampunk ύφος. Έτσι, η ταινία παρουσιάζει τον ίδιο τον H.G. Wells σε ένα speculative σενάριο όπου η χρονομηχανή του χρησιμοποιείται για να κυνηγήσει τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη μέσα από ένα ταξίδι στο μέλλον. Έπειτα, κατά τη δεκαετία του ’80, αξίζει να σημειωθεί η συνεισφορά του Terry Gilliam στο είδος, ο οποίος παρότι δεν ακολουθεί με “ορθόδοξο” τρόπο το steampunk είδος, συνεισφέρει πολλά στην ευφάνταστη κινηματογραφική αξιοποίησή του με τα Time Bandits και Brazil (και με μετέπειτα έργα του βέβαια, αφού το steampunk παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς για την αισθητική του). Την ίδια ώρα, βέβαια, οι πιο ενδιαφέρουσες πλευρές του steampunk άνθιζαν αλλού, μακριά από την χολιγουντιανή κινηματογραφική παραγωγή.

Ήδη από την δεκαετία του ’50, ο κινηματογράφος του ανατολικού μπλοκ εκτίμησε τις ουτοπικές δυνατότητες που κρύβονται στα κλασικά λογοτεχνικά κείμενα του 19ου αιώνα, όπως εκείνα του Vernes. O Karel Zeman, πρωτοπόρος Τσέχος δημιουργός του φανταστικού (και πρωτοπόρος επίσης στον συνδυασμό live-action με animation), γύρισε το The Fabulous World of Jules Verne το 1958 κι ακολούθησε το The Stolen Airship το 1967. Η τάση αυτή συνεχίστηκε και τις επόμενες δεκαετίες, με τον επίσης Τσέχο Oldřich Lipský να βάζει πολλά steampunk στοιχεία στα Dinner for Adele και The Mysterious Castle in the Carpathians του 1977 και του 1981 αντίστοιχα, με τον Ludvík Ráza (κι αυτός Τσέχος) να φτιάχνει το The Secret of Steel City εν έτει 1979. Κομβική, επίσης, είναι η κυκλοφορία του Kin-dza-dza!, της υπέροχης σοβιετικής καλτίλας του Georgiy Daneliya από το 1986 που συνδύασε την μετα-αποκαλυπτική δυστοπία με την ατμοκίνητη steampunk τεχνολογία.

Την ίδια ώρα, μια εξαιρετικά σημαντική πηγή για το κινηματογραφικό και τηλεοπτικό steampunk της εποχής ήταν η Ιαπωνία, στην οποία άλλωστε την ίδια περίοδο άνθιζε και το cyberpunk. Βασικότερος προπομπός του ιαπωνικού steampunk ήταν ο Osamu Tezuka, δημιουργός μεταξύ άλλων του κλασικού manga Metropolis από το 1949 (το οποίο επηρεάστηκε φυσικά από το κινηματογραφικό Metropolis του Fritz Lang από το 1927, σημείο-αναφοράς συνολικά για την φουτουριστική αισθητική στο σινεμά, και έπειτα μεταφέρθηκε -αν και με χαλαρό τρόπο- το ίδιο στο σινεμά με το anime Metropolis του 2001). Κι ενώ τις επόμενες δεκαετίες συναντούμε διάφορα anime και manga που φετιχοποιούν την αισθητική της ευρωπαϊκής βιομηχανικής επανάστασης (σχεδόν σε απάντηση με την διαρκή φετιχοποίηση/εξωτικοποίηση της άπω ανατολής από την δυτική μαζική κουλτούρα), με σημαντικότερους σταθμούς μάλλον το Rose of Versailles και το σύμπαν του Captain Harlock, η πραγματικά ώριμη εποχή του ιαπωνικού steampunk έρχεται με τον Hayao Miyazaki.

Φυσικά, όντας ένας καθόλα μοναδικός δημιουργός, ο Miyazaki πήγε παραπέρα απ’ το να ενσωματώσει μια steampunk αισθητική στις ιστορίες του. Πολύ περισσότερο, επικοινώνησε βαθύτερα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς προβληματισμούς που περιγράψαμε παραπάνω κι έγινε έτσι ο πρώτος (και καλύτερος μέχρι τώρα) σημαντικός εκπρόσωπος μια ριζοσπαστικής steampunk αντίληψης στο σινεμά. Η πρώτη επαφή του Miyazaki με τα steampunk στοιχεία έρχεται νωρίς, ήδη από την τηλεοπτική του δουλειά στο Future Boy Conan του 1978, ενώ αντίστοιχα στοιχεία ενσωματώνει τόσο στο mange όσο και στο anime του Nausicaä of the Valley of the Wind. Η πιο ολοκληρωμένη του δουλειά πάνω σε αυτό το ύφος, βέβαια, έρχεται με το Laputa: Castle in the Sky του 1986, όπου ο Miyazaki καταπιάνεται σφαιρικότερα τόσο με την steampunk αισθητική όσο και με τον κοινωνικο-τεχνολογικό προβληματισμό για τις ουτοπικές δυνατότητες και τους δυστοπικούς κινδύνους της τεχνολογικής ανάπτυξης. Κάποια στυλιστικά steampunk στοιχεία συναντούμε επίσης αργότερα στο Kiki’s Delivery Service και το Porco Rosso, ενώ επανεμφανίζονται με εντονότερο τρόπο, κι ανανεωμένα με σύγχρονο πολιτικό προβληματισμό, στο αριστουργηματικό Howl’s Moving Castle του 2004.

Στο μεταξύ, η επιτυχία του Laputa άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για περισσότερα ιαπωνικά steampunk πράγματα σε μορφή manga και anime, κι έτσι τα επόμενα χρόνια βλέπουμε ταινίες ανθολογίας με τέτοια στοιχεία σαν το Robot Carnival ή το Memories και σειρές σαν το Nadia: The Secret of Blue Water. Κατά την στροφή της χιλιετίας, έρχεται μια νέα άνθιση του ιαπωνικού steampunk με μεγάλα hits σαν το Fullmetal Alchemist, το Last Exile, το προαναφερθέν Metropolis και το Steamboy, μεταξύ άλλων. Την ίδια περίοδο, στις αρχές του 2000 δηλαδή, η Disney έρχεται με τη σειρά της να πιάσει το νήμα και, επηρεασμένη αρκετά από όλη αυτήν την ιαπωνική παράδοση, κυκλοφορεί τα Atlantis: The Lost Empire και Treasure Planet που συνδυάζουν τον ρομαντισμό του Βερν με την επιρροή των steampunk anime.

Κι ενώ το Hollywood αργεί κάπως ακόμα να πιάσει το steampunk νήμα προς το μαζικό blockbuster σινεμά, στις αρχές των 90s βρίσκουμε δύο πολύ ενδιαφέροντες δημιουργούς να πειραματίζονται με steampunk στοιχεία στον κινηματογράφο τους: ο πρώτος είναι ο Jean-Pierre Jeunet που μαζί με τον Marc Caro φτιάχνουν το Delicatessen το 1991 και (κυρίως) το The City of Lost Children του 1995, αλλά κι ο Guillermo del Toro που ενσωματώνει έντονες steampunk επιρροές στο Cronos του 1993 για να τις επαναφέρει κι έπειτα σε χολιγουντιανό πλαίσιο στις δύο ταινίες του με τον Hellboy στα 00s (και λίγο στο Crimson Peak αργότερα). Στα τέλη των 90s, όμως, το steampunk κάνει την μεγάλη είσοδο στο χολιγουντιανό mainstream με το Wild Wild West του 1999, αντλώντας από την αντίστοιχη λογοτεχνική παράδοση ρετροφουτουρισμού που διάλεγε την αμερικάνικη Άγρια Δύση αντί για την Βικτοριανή Αγγλία, αλλά χρησιμοποιώντας το είδος καθαρά και μόνο ως αισθητικό σημείο αναφοράς. Την ίδια χρονιά ακριβώς το steampunk μπαίνει στην mainstream σφαίρα των δυτικών κόμιξ με το The League of Extraordinary Gentlemen του Alan Moore (με σημαντικό προπομπό το Sebastian O τ@ Grant Morrison βέβαια <3), το οποίο θα μεταφερθεί κι αυτό με τη σειρά του στη μεγάλη οθόνη με το επίδοξο (κι αποτυχημένο) blockbuster του 2003.

Εκεί λοιπόν, στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, βλέπουμε μια βραχύβια άνθιση του steampunk στυλ στο mainstream σινεμά που όμως είναι εντελώς απομακρυσμένη από τις λογοτεχνικές και πολιτικές ρίζες του είδους. Πέρα από τις animated ταινίες της Disney που αναφέραμε και προηγουμένως, steampunk στοιχεία συναντούμε επίσης σε φιλμ σαν το Vidocq, το Van Helsing, το The Time Machine, το Around the World in 80 Days, το Lemony Snicket’s A Series of Unfortunate Events, το The Illusionist και το The Prestige (όλα τους μέσα στην πενταετία ανάμεσα στο 2001 και το 2006). Δεδομένου ότι, σε γενικές γραμμές, οι περισσότερες από αυτές οι ταινίες δεν κατάφεραν να τα πάνε ιδιαίτερα καλά ούτε στα ταμεία ούτε στις κριτικές (με σημαντική εξαίρεση το The Prestige που για μένα είναι απ’ τις καλύτερες ταινίες του Christopher Nolan), το mainstream σινεμά έκανε μια παύση κάμποσων χρόνων στην απόπειρά του να μεταφέρει ένα steampunk ύφος και πνεύμα στη μεγάλη οθόνη – παρότι κάποια τέτοια στοιχεία βρίσκουμε διάσπαρτα, με στυλιστικούς όρους κυρίως, σε ταινίες σαν το Hugo, το Sucker Punch, το Imaginarium of Dr. Parnassus ή ακόμα και στα Sherlock Holmes.

Αν υπάρχει μια πετυχημένη steampunk αναγέννηση, όμως, αυτή έρχεται εξωχολιγουντιανά με το Snowpiercer του Bong Joon-ho το 2013, δηλαδή την ταινία που του άνοιξε τον αγγλόφωνο δρόμο προς την επιτυχία (επιστέγασμα της οποίας υπήρξε βέβαια το Parasite). Και μπορεί το Snowpiercer, βασισμένο στο γαλλικό cli-fi κόμικ Le Transperceneige (ας σημειώσουμε και το Tardi-ικό April and the Extraordinary World που κυκλοφόρησε την ίδια περίοδο)να μην αποτελεί δείγμα steampunk αισθητικής ορθοδοξίας, αλλά θεματικά καταφέρνει να συλλάβει πολύ καλύτερα τις κοινωνικά/οικολογικά/τεχνολογικά ριζοσπαστικές ρίζες του είδους σε σύγκριση με τα περισσότερα πράγματα που έχουμε δει στη μεγάλη οθόνη. Κι ενώ η κυκλοφορία του Mortal Engines το 2018 δημιούργησε κάποιες ελπίδες για blockbuster αναγέννηση του είδους, τα πιο ενδιαφέροντα steampunk πράγματα στα 10s τα είδαμε μακριά από την κινηματογραφική αίθουσα. Και παρότι δεν αποτελούν εδώ το επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας (ούτε είμαστε οι πιο σχετικοί στο gaming), θα ήταν κρίμα να μην αναφέρουμε τα υπέροχα παιχνίδια Machinarium και Bioshock Infinite που κυκλοφόρησαν χοντρικά την ίδια εποχή.

Ταυτόχρονα, στη μικρή οθόνη συμβαίνουν κάποια ενδιαφέροντα πράγματα τα τελευταία χρόνια. Πριν από περίπου μια δεκαετία, το sci-fi Warehouse 13 και το animated Legend of Korra έφεραν έναν steampunk αέρα στην τηλεόραση, κάτι που έχει ενταθεί περισσότερο την τελευταία διετία με 3-4 απανωτές μείζονες παραγωγές που έχουν steampunk στοιχεία. Μια τέτοια σειρά είναι το Carnival Row της Amazon, το τηλεοπτικό Snowpiercer του TNT (όχι τόσο καλό όσο η ταινία αλλά όχι και τόσο κακό όσο λένε κάποιοι) και το His Dark Materials των BBC/HBO, το οποίο είναι σίγουρα ικανοποιητικότερο σε σύγκριση με το κινηματογραφικό The Golden Compass του 2007 που επίσης επιχείρησε να διασκευάσει τα βιβλία του Philip Pullman. Σ’ αυτήν την νέα σοδειά, λοιπόν, εντάσσεται και το The Nevers του Joss Whedon. Μπορεί η πρόσφατη ιστορία με τον δημιουργό του ενίοτε να προκαλεί cringe κατά την παρακολούθησή του, αλλά αν μη τι άλλο πρόκειται για μια σειρά που κατανοεί αρκετά βαθιά και σφαιρικά το είδος στο οποίο εντάσσεται. Μέσα από κλασικές whedonιές που περιλαμβάνουν αδικημένους μεταλλαγμένους μετα-ανθρώπους και ισχυρούς γυναικείους χαρακτήρες, το The Nevers κατανοεί την σύνδεση ανάμεσα στο steampunk και τον ρετροφουτουρισμό που αγωνιά για την κοινωνική ανισότητα, την τεχνοεπιστημονική εξέλιξη και το μέλλον της ανθρωπότητας. Και σε μια πραγματικότητα όπως την δική μας, όπου η δυστοπία α λα Black Mirror έχει καταλήξει σχεδόν κοινοτοπία, η μη-τεχνοφοβική κριτική της τεχνολογίας που προτείνει το (καλό) steampunk είναι στ’ αλήθεια καίρια. Είναι πολύπλοκο, λοιπόν, να φτιάξεις καλό steampunk – αλλά δεν είναι αδύνατον.

Best of internet