O Bo Burnham είναι ο άνθρωπος που έφτιαξε το πρώτο αριστούργημα καραντίνας

Το Inside, ένα παράξενο comedy special, ρωτάει: πώς μπορείς να δημιουργήσεις τέχνη όταν τα πάντα καταρρέουν γύρω σου και μέσα σου;

Ήδη από τις απαρχές του μοντερνισμού στη λογοτεχνία, στα τέλη του 19ου αιώνα, συναντούμε συχνά ένα αρχέτυπο καλλιτέχνη, συγγραφέα κυρίως, που επιχειρεί να συνομιλήσει με την εποχή του κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο. Είναι το αρχέτυπο του Νεαρού Άνδρα που αναζητά την ταραγμένη του καλλιτεχνική φωνή μέσα σε μια ταραγμένη εποχή. Η αναζήτηση αυτής της φωνής όμως, πάντα προσωπικής, περνάει μέσα από την έκφραση του χαρακτήρα μιας εποχής. Το μερικό (η φωνή) υπάρχει πάντα ως στιγμή μέσα στο ολικό (η εποχή) – και αντίστροφα. Ο Νεαρός Άνδρας, λοιπόν, αναζητά τρόπους να μιλήσει για την εποχή του ώστε, συνοψίζοντας και κριτικάροντάς την, να αποκτήσει δική του φωνή και να γίνει επίσης η φωνή της – όχι για να διαφυλάξει την σταθερότητά της ή να την συντηρήσει στη ζωή, αλλά για να την αμφισβητήσει, να ανοίξει δρόμους πέρα από αυτήν. Η δική του φωνή, ακριβέστερα, να γίνει η φωνή που προεικονίζει το ξεπέρασμα της εποχής μέσα από την βαθύτερη κατανόησή της. Αυτός ο Νεαρός Άνδρας, πάντα φιλόδοξος και πάντα βασανισμένος, είναι το σύμβολο του καλλιτέχνη ως ιστορικό υποκείμενο.

Φυσικά, αυτό το υποκείμενο φέρει, τις περισσότερες φορές, μια συγκεκριμένη ταυτότητα. Ο Νεαρός Άνδρας είναι σχεδόν πάντα λευκός και μορφωμένος, κι ο τρόπος που βλέπει τον εαυτό του και την εποχή του είναι μεσολαβημένος από την έμφυλη, φυλετική και ταξική εμπειρία του (ακόμα κι αν αυτή μοιάζει για εκείνον τόσο φυσιολογική που καταλήγει να του είναι αόρατη). Η φιλοδοξία του, βέβαια, είναι να συλλάβει μια καθολικότητα, να εκφράσει κάτι μεγαλύτερο, όχι όμως μέσα από τις κλασικές αφηρημένες ιδέες περί πανανθρώπινων αξιών αλλά μέσα από το σκάλισμα των προσωπικών του βιωμάτων, την ανάδειξη των βαθύτερών του σκέψεων, την κατάδυση στον ψυχισμό του, την διερώτηση πάνω στην ίδια την καλλιτεχνική διαδικασία και τον χαρακτήρα του έργου τέχνης (γι’ αυτό και μερικές φορές το zeitgeist μυθιστόρημα πέρα από έργο για την εποχή είναι επίσης και Künstlerroman, δηλαδή έργο για τον καλλιτέχνη). Αν επιστρέψουμε στον μοντερνισμό των τελών του 19ού και των αρχών του 20ού αιώνα, όπως λέγαμε πριν, θα βρούμε τους αρχετυπικούς εκείνους Νεαρούς Άνδρες που επιχείρησαν να συλλάβουν την ταραγμένη εποχή τους μέσα από τις λογοτεχνικές φωνές Νεαρών Ανδρών που αντανακλούσαν τους ίδιους – από τον Arthur Rimbaud και τον James Joyce μέχρι τον Louis-Ferdinand Céline και τον Paul Nizan κι από εκεί μέχρι τη μεγάλη αμερικάνικη φουρνιά των F. Scott Fitzgerald, John Dos Passos, Henry Roth και Thomas Wolfe μεταξύ άλλων.

Αυτό το υποκείμενο, βέβαια, έχει υποστεί μεγάλες μεταμορφώσεις εδώ κι έναν αιώνα – κι ειδικά τα τελευταία 50 χρόνια έχουν αποσταθεροποιηθεί δραματικά οι βεβαιότητές του. Έχει ξεφύγει από τα πλαίσια της λογοτεχνίας κι έχει ανοιχτεί προς όλες τις τέχνες, ιδιαίτερα τις οπτικές. Έχει ξεφύγει, επίσης, από την προσκόλληση στις μεγάλες αφηγήσεις, καλλιτεχνικές και μη, κι έχει στραφεί σταδιακά όλο και περισσότερο στην ιδιαιτερότητα, την απόκλιση, τη διαφορά. Έχει ξεφύγει, ακόμα, από την φιλοδοξία της πανανθρώπινης καθολικότητας όπως την γνωρίζαμε κι έχει μετακινηθεί προς την συγκεκριμένη αλήθεια μιας ταυτότητας, προσωπικής ή συλλογικής. Κι έχει ξεφύγει, ευτυχώς, από την ίδια τη φιγούρα του Νεαρού Άνδρα (την οποία επικαλούμαι εδώ επηρεασμένος από την θεωρία του Νεαρού Κοριτσιού), αφού η ίδια η καλλιτεχνική δημιουργία των τελευταίων δεκαετιών έχει ανοιχτεί με όλο και πιο ορατό και μαζικό τρόπο προς την εκφραστικότητα των υποκειμένων που βρίσκονται πέρα από την παραδοσιακή κυρίαρχη ταυτότητα του καλλιτέχνη που γινόταν αντιληπτή με όρους αρρενωπότητας, λευκότητας, ετεροκανονικότητας και ανώτερης ταξικής προέλευσης. Η ταραγμένη εποχή του μεταμοντέρνου 21ου αιώνα, θρυμματισμένη και αποσπασματική καθώς είναι, παράγει ένα διαφορετικό νεαρό καλλιτεχνικό ιστορικό υποκείμενο: ένα υποκείμενο που αναζητά την έκφραση μέσα από την αστάθεια, την αβεβαιότητα, την αποσύνθεση, την πολλαπλότητα. Κι η καλλιτεχνική φωνή που εκφράζει την εποχή της γίνεται έτσι, αναγκαστικά, πολυφωνική.

Ο λόγος που με προβληματίζουν και τα εκθέτω όλα αυτά είναι γιατί με προβληματίζει πολύ έντονα ο ρόλος της τέχνης στον καιρό του covid και του lockdown. Αν δεχτούμε ότι πρόκειται πράγματι για μια τομή και μια επιτάχυνση, κι άρα για μια νέα εποχή με μια νέα κανονικότητα, τότε αποτελεί μεγάλη πρόκληση το ποιοι και πώς θα καταφέρουν να εκφράσουν το νέο zeitgeist μέσα σε καλλιτεχνικό έργο. Θα βγει άραγε σπουδαία και σημαντική τέχνη μέσα στην εποχή του covid; Κατά μία έννοια, αυτό μοιάζει αυτονόητο. Ένα κρίσιμο θέμα είναι βέβαια αν θα παραχθεί τέχνη που θα μιλάει συγκεκριμένα για τον καιρό του covid και του lockdown.  Δεν θέλω να μπω σε στερεότυπα που λένε ότι σε εποχές μεγάλης κρίσης πάντα παράγεται μεγάλη τέχνη, αλλά εκτιμώ ότι η επιτακτικότητα της συγκυρίας μπορεί πράγματι να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ποιοτικά άλματα που θα αναζητήσουν το καινούριο και θα σπάσουν τα όρια των προηγούμενων μορφών που έχουν οδηγήσει τόσες πολλές καλλιτεχνικές γλώσσες σε διαρκή κρίση τις τελευταίες δεκαετίες. Από την άλλη, είναι μάλλον ακόμα σχετικά νωρίς. Προς το παρόν, η βιομηχανία του θεάματος επιχειρεί να δώσει κάποιες απαντήσεις που κατά κύριο λόγο μοιάζουν βιαστικές, πρόχειρες, ζορισμένα επίκαιρες ή και χυδαία exploitative ως προς το πώς επιχειρούν να αναπαραστήσουν την εποχή – από το γλυκούλι καραντινικό επεισόδιο του Mythic Quest μέχρι το ευχάριστα ρηχό Locked Down και το προσβλητικά απαράδεκτο Songbird.

Πέρα από νωρίς, όμως, είναι και δύσκολο να κάνεις τέχνη για τον covid και το lockdown. Εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο έχουν αλλάξει τόσες πολλές από τις παραστάσεις που είχαμε για την ζωή, την επαφή, την επικοινωνία, την ευθύνη, την ασφάλεια, την φροντίδα, την κοινωνικότητα, το υγιές και το παθολογικό, το μέσα και το έξω, που το να αποτυπωθεί όλο αυτό το αντιφατικό και σχιζοειδές βίωμα σε ένα έργο τέχνης μοιάζει μια διαδικασία που απαιτεί πρώτα να προσπαθήσουμε να καταπιούμε, να ζυμώσουμε, να χωνέψουμε και να μεταβολίσουμε το συμβάν. Μπορεί άραγε να γίνει αυτό σε μια συνθήκη διαρκούς έκτακτης ανάγκης; Ερώτημα. Στο μεταξύ, αυτό που ζούμε είναι τόσο μεγάλο που μας φέρνει μπροστά σε μια διαρκή αντίφαση: από τη μία δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτό και από την άλλη δε μπορούμε να σταματήσουμε να μιλάμε γι’ αυτό. Με άλλα λόγια, ενώ βρίσκεται παντού γύρω μας και μέσα, σε βαθμό που να μας έχει καταπιεί, από την άλλη την άλλη αδυνατούμε να το περιγράψουμε, να το ορίσουμε, να το συζητήσουμε και να το αναπαραστήσουμε με σαφήνεια. Επομένως, δυσκολευόμαστε και να το κάνουμε τέχνη. Το παρόν είναι τόσο πανταχού παρόν, λοιπόν, που είναι πλέον σχεδόν αόρατο. Αυτό δεν σημαίνει, άλλωστε, κανονικότητα;

Μέσα στο 2020, βέβαια, υπήρξαν για μένα δύο περιπτώσεις καλλιτεχνών που κατάφεραν, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, να πάρουν το νέο πνεύμα της εποχής και να το αποτυπώσουν -αν όχι συνολικά τότε κάποιες κομβικές πλευρές του- μέσα σε ένα έργο τέχνης. Η πρώτη τέτοια περίπτωση ήταν μουσική και επρόκειτο για την Charli XCX, την hyper-pop star που τον περασμένο Απρίλιο, στην αρχή της πρώτης καραντίνας, ανακοίνωσε μέσω δημόσιο Zoom call προς τους fans της ότι σκοπεύει να φτιάξει ένα νέο album το οποίο θα περιγράφει την εμπειρία του lockdown και θα βασίζεται στην online επικοινωνία και συνεργασία μαζί τους μέσω Zoom calls και group chats. Και πράγματι, ένα μήνα μετά κυκλοφόρησε το How I’m Feeling Now, το οποίο δεν είναι μόνο ότι αποτύπωσε μουσικά και στιχουργικά την αίσθηση της απομόνωσης σε καιρό έκτακτης ανάγκης, αλλά παράχθηκε και με τρόπο που να ενσωματώνει μέσα στην δημιουργική διαδικασία την κοινωνική αποστασιοποίηση στην οποία εξαναγκάστηκε σχεδόν όλη η ανθρωπότητα, μετατρέποντάς την σε επιθυμία για επαφή με κάθε μέσο και σε κάθε επίπεδο (απ’ όσο ξέρω, βέβαια, τα έσοδα του δίσκου δεν τα μοιράστηκε με τους fans).

Ένα άλλο παράδειγμα είναι το Borat Subsequent Moviefilm του Sacha Baron Cohen, το οποίο γυρίστηκε σε συνθήκες πανδημίας και αμερικάνικων εκλογών, μέσα σε ένα χάος δηλαδή, το οποίο η ταινία επιχείρησε να ενσωματώσει μέσα στο περιεχόμενό της. Τα είπαμε ξανά αναλυτικά για το Borat 2, αλλά αξίζει να σημειώσουμε εδώ πως, σε μια περίοδο παύσης και αμηχανίας για την τηλεοπτική και την κινηματογραφική παραγωγή, ο Cohen έφτιαξε σε συνθήκες κομάντο μια ταινία από το πουθενά χωρίς να μαθευτεί τίποτα μέχρι την τελευταία στιγμή, μετατρέποντας τους ανυποψίαστους συμμετέχοντες της ταινίας σε συνεργούς στην απόπειρα να αποτυπωθεί το ιδιαίτερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα του 2020 (εξ’ όσον γνωρίζω, ούτε αυτός τους πλήρωσε, τουλάχιστον όχι άμεσα). Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να σημειώσουμε πως αμφότερα παραδείγματα, πέρα από το ότι περιλαμβάνουν την εποχή του covid ως θέμα τους, υιοθέτησαν επίσης μια σειρά από DIY στοιχεία που ενσωματώνονται στη mainstream pop κουλτούρα αναζητώντας εναλλακτικούς ή ανορθόδοξους τρόπους παραγωγής και προώθησης ενός καλλιτεχνικού προϊόντος. Πρόκειται δηλαδή για ένα παιχνίδι με το πνεύμα της εποχής όχι μόνο σε επίπεδο περιεχομένου και θέματος, αλλά και σε επίπεδο μορφής και διαδικασίας. Και γι’ αυτό, αν με ρωτάτε, θεωρώ πως ήταν δύο από τα σημαντικότερα έργα του 2020/2021. Όχι όμως σημαντικότερο από το Inside του Bo Burnham.

Ναι, λοιπόν: σχεδόν 1500 λέξεις μετά την αρχή αυτού του κειμένου, ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το θέμα του τίτλου του (καλά πήγε αυτό). Ήθελα, όμως, να κάνω αυτήν την εκτενή εισαγωγή για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί πιστεύω ότι ο Bo Burnham είναι ένας καλλιτέχνης που έχει την δυνατότητα να ενσαρκώσει και να ανανεώσει με σύγχρονους όρους το αρχέτυπο του Νεαρού Άνδρα ο οποίος συμμετέχει, συμπυκνώνει και υπερβαίνει την εποχή του, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει τόσο την ευαλωτότητά του όσο και το γεγονός ότι το δικό του point of view δεν είναι πλέον το μοναδικό ούτε θα έπρεπε να είναι το κυρίαρχο. Δεύτερον, γιατί πιστεύω ότι, έχοντας διαγράψει ήδη μια εντυπωσιακή πορεία στο youtubing, το stand-up, την υποκριτική και το σινεμά, επιστρέφει στην performance της κωμωδίας αποσταθεροποιώντας τις συμβάσεις της ακόμα περισσότερο και δημιουργώντας ένα καλλιτεχνικό έργο, το Inside, το οποίο τοποθετείται με εξαιρετικά συγκεκριμένο και επεξεργασμένο τρόπο πάνω στα πολύπλοκα ψυχικά και κοινωνικά φαινόμενα της συγκυρίας χωρίς να λέει ούτε μια λέξη για covid και lockdown. Με άλλα λόγια, ήθελα να μοιραστώ όλα τα παραπάνω ώστε να εξηγήσω ότι, για μένα, το Inside δεν είναι απλά “ένα comedy special που μου άρεσε” αλλά ένα από τα πιο εντυπωσιακά έργα τέχνης που έχει παράξει η pop κουλτούρα τα τελευταία χρόνια.

Θα πρέπει εδώ, βέβαια, να ομολογήσω ότι είμαι βαμμένος fan του Burnham. Παραπάνω από fan, είμαι πιστός ακόλουθος, δεν ντρέπομαι να το πω. Απ’ όταν τον ανακάλυψα, ως κωμικό παιδί-θαύμα που έκανε την μετάβαση από το YouTube στο stand-up καμιά δεκαετία πίσω, τον παρακολουθώ με εκείνη την αγάπη και την περιέργεια που δείχνεις όταν περιμένεις μεγάλα πράγματα από κάποιον κι ελπίζεις πραγματικά να εκπληρώσει όλες του τις δυνατότητες. Όταν είδα το Make Happy, το τρίτο του one-hour special το 2016, έμεινα μαλάκας. Έκανε πράγματα που δεν πίστευα ότι μπορούσε να κάνει η κωμωδία – και το Kanye West rant του φινάλε, μαζί με το coda του Are You Happy?, είναι μια από τις εντονότερες εμπειρίες που έχω αποκομίσει από τις οπτικές τέχνες συνολικότερα (κι ίσως το έχω δει πάνω από 1000 φορές, ίσως όχι, προχωράμε). Στη συνέχεια, όταν αποφάσισε να αποσυρθεί από τη ζωντανή κωμωδία, πανηγύρισε το ντεμπούτο του στην σκηνοθεσία με το Eighth Grade το 2018, το οποίο θεωρώ πως είναι μια από τις πιο έξυπνες και ευαίσθητες ταινίες της περασμένης δεκαετίας, μεταφέροντας σε κινηματογραφική αφήγηση αυτά που ο Burnham ήξερε να εκφράζει ούτως ή άλλως καλύτερα από όλους στο είδος του: την ψυχική αστάθεια, την ψηφιακή υπερέκθεση, το αίτημα και το άγχος της αποδοχής, την κατασκευή και την επιτέλεση του εαυτού. Όταν βγήκε λοιπόν το Inside πριν από λίγες μέρες στο Netflix, ένιωσα περίπου όπως ένιωσε ο κόσμος με τους καυλέες Ιταλούς στην Eurovision: ήταν αυτό που ήθελα, και το ήθελα τώρα.

Κατά μία έννοια, ο Burnham είναι ο απόλυτος millennial καλλιτέχνης, σε βαθμό που ακόμα κι αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Γεννημένος το 1990 και όντας ψηφιακός ιθαγενής από νεαρή ηλικία, ο Burnham καβάλησε το κύμα της εποχής του με εντυπωσιακή συνέπεια. Ξεκινώντας κατά την εφηβεία του να εκφράζεται δημιουργικά μέσα από το YouTube, στις αρχές του 21ου αιώνα, έπεσε ακριβώς πάνω στο ρήγμα που παρήγαγε την σύγχρονη πραγματικότητα: το θόλωμα των ορίων μεταξύ των διαφορετικών μέσων έκφρασης, την ειρωνεία απέναντι στις παλιές μεγάλες αφηγήσεις και βεβαιότητες, την υπερέκθεση σε μια συνεχή προσομοίωση επικοινωνίας χωρίς αυθεντική επαφή, την μετάβαση από την παραδοσιακή αντίληψη και εμπειρία του εαυτού στην κατασκευή της ψηφιακής περσόνας/προφίλ, την μετατροπή κάθε είδους καλλιτεχνικής/δημιουργικής δραστηριότητας σε εμπορεύσιμο online content. Καθρεφτίζοντας αντεστραμμένα τον ναρκισσισμό και την αυτοπεποίθηση των boomers γονιών της, η millennial γενιά μεγάλωσε σε έναν κόσμο αστάθειας και αβεβαιότητας που σημαδεύτηκε από κοσμοϊστορικά συμβάντα όπως η 11η Σεπτεμβρίου κι η παγκόσμια οικονομική κρίση – βλέποντας τις παραδοσιακές κοινωνικές ταυτότητες και δομές να βρίσκονται σε κλονισμό, νιώθοντας όλο και λιγότερη σιγουριά για οποιαδήποτε μελλοντική προοπτική (ατομική ή συλλογική), συσσωρεύοντας ματαιώσεις και ανεπάρκειες με ρυθμό πολυβόλου, βιώνοντας την ψυχική κατάρρευση όχι σαν εξαίρεση αλλά σαν κανόνα. Περάσαμε δύσκολα γενικά, ναι, αλλά οι επόμενοι θα περάσουν χειρότερα. Χε. 

Έτσι, μέσα από αστεία και τραγούδια (ίσως όχι τόσο αστεία ή τόσο κολλητικά όσο παλιότερα), ο Burnham, ως απόλυτος millennial καλλιτέχνης, επεξεργάζεται αυτά που παράγουν το κυρίαρχο αίσθημα αλλοτρίωσης των νέων ανθρώπων στον ύστερο καπιταλισμό: την τεχνολογικά ενισχυμένη μοναξιά, τον μηδενικό έλεγχο των υλικών συνθηκών ζωής μαζί με την τεράστια ψηφιακή πρόσβαση στα πάντα, την επισφάλεια στην δουλειά και τον κατακερματισμό του εαυτού σε ένα άθροισμα από online προφίλ, μια ζωή φθαρμένη από την δικτατορία της ευεξίας και την εμμονική φροντίδα του εαυτού, μια καταπιεστική νοσταλγία για ένα δήθεν αθώο παρελθόν που σε στοιχειώνει, μια σύγχυση από την κρίση των παραδοσιακών ρόλων των φύλων, μια εξάντληση από την κυριαρχία της ταχύτητας και της αποδοτικότητας, μια ζαλούρα από το σωματικό και το ψυχικό burnout, ένα θόλωμα από τον cool κυνισμό και την meta ειρωνεία, ένα στοίχειωμα από την ακύρωση των εναλλακτικών μελλοντικών προοπτικών, μια μελαγχολία που αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από αυτό που υπάρχει ήδη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η millennial έκφραση, όπως αυτή του Burhnam, βρίσκεται σε μια παράξενη σχιζοειδή κατάσταση, αφού είναι διστακτική αλλά και φιλόδοξη, ναρκισσιστική αλλά και self-hating, υπερ-επικοινωνιακή αλλά και εσωστρεφής, υπερ-καυλωμένη αλλά και μπλοκαρισμένη σεξουαλικά, κινείται ανάμεσα στην ευφορία και το comedown, κουμπώνει αγχολυτικά χάπια και αγχωτικά ναρκωτικά, αφοσιώνεται στην τέχνη αλλά δε μπορεί να δεσμευτεί σε ένα στυλ ή έργο, θέλει ειλικρίνεια αλλά είναι καταδικασμένη στην ειρωνεία. Υπάρχει άραγε κάποιο εκφραστικό μέσο πέρα από την κωμωδία, με την ευρύτερη δυνατή έννοια, που να έχει τη δυνατότητα να αποτυπώσει αυτήν την κατάσταση;

Αυτό το millennial βίωμα, λοιπόν, ο Burnham το αποτυπώνει σε στιγμή κρίσης, κατάρρευσης και κινδύνου. Το Inside δεν επιχειρεί να εκφράσει το zeitgeist του 2020-2021 από μια θέση διαχωρισμένη και αφηρημένη σαν ψύχραιμος παρατηρητής. Αντίθετα, ο Burnham μιλάει ως millennial καλλιτέχνης (μαζί με όλες τις άλλες ταυτότητές του που προβληματικοποιεί ο ίδιος: λευκός, straight, ταξικά προνομιούχος, ψυχικά ασθενής) που βιώνει την καραντίνα και την απομόνωση σαν ένα ακόμα χτύπημα, ένα ακόμα χαστούκι, ένα ακόμα ανυπέρβλητο εμπόδιο, στην προσπάθειά του να εκφραστεί, να επικοινωνήσει, να βρει νόημα στη ζωή του. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή μιλάει για το πνεύμα της εποχής χωρίς να αναφέρει ονομαστικά ούτε ένα από τα τυπικά χαρακτηριστικά της αλλά αντιθέτως αποτυπώνει συναισθηματικά και διανοητικά την εμπειρία των νέων ανθρώπων του πρώτου κόσμου εδώ κι ενάμιση χρόνο με μεγάλη ακρίβεια και ειλικρίνεια, το Inside αξίζει όσο χίλιες ακαδημαϊκές μελέτες, δημοσιογραφικές αναλύσεις και ιστορικά ντοκιμαντέρ που θα σπεύσουν τον επόμενο διάστημα να μας πουν πώς ζήσαμε την εποχή του lockdown. Κάνοντας ενδοσκόπηση μέσα σε ένα μυαλό που βρίσκεται σε κατάρρευση και προσπαθώντας να αναρωτηθεί τι θέση έχει η τέχνη σε μια εφιαλτική στιγμή, ο Burnham γίνεται ο Νεαρός Άνδρας που δε μας αξίζει αλλά έχουμε ανάγκη αυτήν την στιγμή.

Έτσι, ο Burnham κατά μία έννοια θυσιάζει την αμεσότητα της κωμωδίας που στοχεύει απευθείας στο γέλιο ώστε να προσεγγίσει μια κωμική πολυπλοκότητα που θα μας μιλήσει σε διάφορα επίπεδα. Περισσότερο από stand-up κωμικός, στο Inside είναι ένας δημόσιος διανοούμενος. Μέσα στο πεδίο της ανάλυσής του βρίσκονται πολλά πράγματα, κάμποσα εκ των οποίων αφορούν αυτό που θα ονομάζαμε ψηφιακή ανθρώπινη κατάσταση, μια online ζωή που βιώνεται διαρκώς και απορροφά κάθε άλλη μορφή, μια ζωή που την ζούμε από απόσταση (για να δανειστώ τον τίτλο του βιβλίου της Siobhan McKeown), η οποία απαιτεί από εμάς να ζήσουμε λίγο απ’ όλα κάθε στιγμή (όπως τραγουδάει υπέροχα ο ίδιος κι όπως αναλύει όμορφα ο αγαπημένος blogger Charlie Warzel) κι η οποία μας είχε μάθει να ζούμε (κι άρα να δουλεύουμε, να επικοινωνούμε, να διασκεδάζουμε, να ερωτευόμαστε) από απόσταση εδώ και πολλά χρόνια πριν τον covid. Η δυσφορία μέσα στο ψηφιακό, φυσικά, γίνεται διπλά ειρωνική αν σκεφτούμε ότι ο Burnham είναι ένα παιδί κι ένας καλλιτέχνης του ίντερνετ. Γνωρίζει λοιπόν από μέσα, από πολύ βαθιά, το ψηφιακό fatigue, την εξάντληση όλης της ζωής μέσα στην οθόνη, την εξουθένωση από την συνεχή υπερέκθεση και διαθεσιμότητα για ψευδοεπικοινωνία, το soft focus που δημιουργεί ο αγώνας μεταξύ εκατομμύρια μικρών πραγματακίων που θέλουν να τραβήξουν την προσοχή μας, την τοξικότητα της αδιάκοπης συζήτησης για την pop κουλτούρα μέσα από ανταλλαγή αναφορών, τα δεινά του backlash, του outrage, της νευρωσικής εμμονής να είσαι συνεχώς στην σωστή πλευρά της ιστορίας όπως οριοθετείται από τις φωτεινές επιγραφές του woke και του problematic.

Όλα αυτά, βέβαια, ο Burnham δεν τα επεξεργάζεται ως εξωτερικός κριτής αλλά τα βλέπει εσωτερικά, από μέσα, με έναν βαθιά αυτο-αναφορικό τρόπο. Η αυτο-αναφορικότητα του Burnham είναι σαφέστατα meta και ειρωνική, αλλά αποφεύγει τον ανεύθυνο, cool, μπλαζέ, edgy, μισάνθρωπο κυνισμό. Ο Burnham είναι ειλικρινής, αλλά δεν προσεγγίζει την ειλικρίνεια μέσα από την ευθύτητα, την κυριολεξία και την απλοϊκότητα. Η ειλικρίνειά του είναι δαιδαλώδης, παίζει συνέχεια με τον εαυτό της, με την εικόνα που έχει ο ίδιος με τον εαυτό του, με την εικόνα που έχουμε εμείς για εκείνον, και με το πώς η πρώτη αλληλεπιδρά με την δεύτερη. Είναι λοιπόν μια ειλικρίνεια μετα-ειρωνική, σαν αυτήν που επιχείρησε να επεξεργαστεί ο συγγραφέας David Foster Wallace, η οποία έχει εξουθενωθεί από την αυτο-αναφορικότητα και το διαρκές κλείσιμο του ματιού, αλλά δεν θέλει να επιστρέψει σε μια προηγούμενη κατάσταση αφέλειας και μονοσημαντότητας. Όταν έχεις ελιχθεί ανάμεσα σε τόσα πολλά επίπεδα τότε δε μπορείς να επιστρέψεις στο ένα και μοναδικό επίπεδο, ακόμα κι αν η πολλαπλότητά τους είναι αυτό που σου δημιουργεί πόνο. Κι η αυτο-αναφορικότητα των πολλών επιπέδων είναι, μοιραία, αυτό που οδηγεί το Inside στο να ξεδιπλώσει τον βαθύτερο πυρήνα του: την κατάθλιψη.

O Burnham μιλάει από την σκοπιά ενός ψυχικά ασθενούς. Όχι μόνο δεν το κρύβει, αλλά επιχειρεί να το μεταβολίσει μέσα στην τέχνη του, να το κάνει κατευθυντήριο δύναμη, στοιχείο αναστοχασμού και θεραπευτική πρακτική. Στα μάτια μας, ο Burnham έχει αποκοπεί από τον κόσμο, έχει εγκαταλείψει κάθε δυνατότητα, κι αντιμετωπίζει την ελπίδα ως μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Για τον Burnham, η κατάθλιψη και το άγχος σχετίζεται άμεσα με την τέχνη του. Ο φιλόσοφος Byung-Chul Han λέει ότι η κατάθλιψη είναι η κατεξοχήν ασθένεια της εποχής μας, προσθέτοντας ότι πρόκειται για μια ναρκισσιστική ασθένεια που οφείλεται στην υπερβολική και παθολογικά φορτισμένη αυτο-αναφορά. Το καταθλιπτικό-ναρκισσιστικό υποκείμενο έχει εξουθενώσει και φθείρει τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την αποκοπή από την κόσμο, την εγκατάλειψη από τον άλλο και την απουσία του έρωτα. Παρόλα αυτά, κι εδώ έχουμε κάτι πολύ σημαντικό, ο Burnham δεν μετατρέπει την ψυχική ασθένεια σε ένα προσωπικό μαρτύριο που αποτελεί απλώς καύσιμο για βασανισμένη καλλιτεχνική έκφραση. Η ρήξη του με την απολύτως ναρκισσιστική αυτο-αναφορικότητα γίνεται γιατί μιλάει για την κατάθλιψη με τρόπο συγκεκριμένο και ιστορικό. Μιλάει για την σχέση του με τους ανθρώπους και τα πράγματα, μέσα σε μια εποχή που μετατρέπει τους ανθρώπους σε πράγματα. Μιλάει για την ψυχική αδυναμία μας να είμαστε όντα λειτουργικά και παραγωγικά με τον τρόπο που απαιτεί από εμάς η κοινωνία. Μιλώντας για την κατάθλιψη, ο Burnham μιλάει για τον καπιταλισμό

Το Inside πολιτικοποιεί την κατάθλιψη και το άγχος. Τα βλέπει σαν έναν τόπο συνάντησης των ψυχικών και των κοινωνικών δυνάμεων της εποχής μας. Όχι για γίνει ξύλινα καταγγελτικός ή για να πετάξει τη μπάλα στην εξέδρα, μακριά από το ίδιο το ανθρώπινο υποκείμενο που υποφέρει, αλλά για να μοιραστεί αυτό το βάρος μαζί με τους άλλους, για να αναδείξει τους λεπτούς τρόπους με τους οποίους η ίδια η εποχή μας οδηγεί μαζικά προς τα εκεί. Την τελευταία δεκαετία, ο στοχαστής Mark Fisher, καταθλιπτικός ο ίδιος (όπως κι ο προαναφερθέντας Wallace), είχε γράψει εκτεταμένα πάνω στην ανάγκη για μια πολιτικοποίηση της κατάθλιψης που θα πρέπει να κατανοήσει την ατομική ψυχική εμπειρία μέσα από ένα σύγχρονο συλλογικό πρίσμα. Για τον Fisher, η κατάθλιψη ως κοινωνικό φαινόμενο δεν είναι μια παθολογική αυτο-αναφορά όπως στον Han, παρόλο που έχει και τέτοια στοιχεία, αλλά χαρακτηρίζεται πρώτα και κύρια από μια απουσία προοπτικής και μέλλοντος: η απαισιοδοξία είναι η μόνη ορθολογική αντίληψη για τα πράγματα, η πορεία προς την δυστοπία είναι προδιαγεγραμμένη και κάθε ελπίδα είναι μη-ρεαλιστική. Η κατάθλιψη, πάνω απ’ όλα, σκοτώνει τη δυνατότητα. Κι η καραντίνα, ως δυστοπική εκδοχή της ζωής στον καπιταλισμό, είναι ακριβώς αυτό: ζωή χωρίς δυνατότητα.

Αυτά τα πράγματα δεν είναι αστεία, προφανώς. Ή, μάλλον, μπορούν να γίνουν αστεία μόνο με έναν συγκεκριμένο τρόπο: σκοτεινό και πικρό. Και ναι, αν το δούμε σαν κωμωδία, το Inside είναι μια σκοτεινή και πικρή κωμωδία. Όχι απαισιόδοξη, ίσα-ίσα, εγώ θα την έλεγα αισιόδοξη, αλλά σκοτεινή και πικρή. Κι επειδή το meta επίπεδο είναι αναπόφευκτο, όσο ο καταθλιπτικός Bo «αστειευόταν» (όχι ανεύθυνα) για την αυτοκτονία, δε μπορούσα να σταματήσω να σκέφτομαι τους προαναφερθέντες καταθλιπτικούς Wallace και Fisher που αυτοκτόνησαν. Κάποιος πιο κυνικός, θα μπορούσε να πει ότι σε έναν βαθμό πρόκειται για ένα παραδοσιακό σύμπτωμα του Νεαρού Άνδρα που περιγράψαμε παραπάνω, ένα βάρος που κουβαλάει αυτό το αρχέτυπο μέσα στα χρόνια. Εγώ δε μπορώ να το κάνω. Όσοι έχουμε περάσει έστω και λίγο μέσα ή γύρω από το βάσανο της ψυχικής ασθένειας, ξέρουμε ότι κάτι τέτοιες συνδέσεις μπορούν να σε τρελάνουν. Ο Burnham όμως, αντιστεκόμενος στην συχνή τάση των stand-up καλλιτεχνών να κάνουν κωμωδία με το σκοτάδι των άλλων, κάνει κωμωδία με το δικό του σκοτάδι, μέσα από το δικό του σκοτάδι, ενάντια στο δικό του σκοτάδι – ούτε το ρομαντικοποιεί, ούτε το κάνει κλισεδιάρικο self-deprecation ούτε το προβάλει πάνω στους άλλους. Ο Burnham σαμποτάρει τον εαυτό του, κάνει κωμωδία ενάντια στον εαυτό του, για να καταφέρει να τον ανοίξει στον Άλλο. 

Αν με ρωτάτε, το καταφέρνει. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο τουλάχιστον. Κι αυτό με κάνει χαρούμενο. Χαίρομαι γι’ αυτόν, και χαίρομαι για μένα, που το είδα και το απόλαυσα. Βέβαια, είναι δύσκολο να αντισταθείς με το να μισήσεις και να ζηλέψεις λίγο τον Burnham για το πόσο γαμημένα ταλαντούχος είναι και πόσο καλά κάνει ό,τι κι αν δοκιμάσεις – τα τελευταία χρόνια το παθαίνω επίσης με την Phoebe Waller-Bridge και τον Donald Glover, όπως κι ο μισός πλανήτης άλλωστε. Η ικανότητα του Burnham να κινείται ανάμεσα στο online video, το stand-up comedy, το μιούζικαλ και το σινεμά είναι πραγματικά εντυπωσιακή – κι έχουμε συζητήσει για τις σπουδαίες καλλιτεχνικές δυνατότητες που έχει το σύγχρονο μπαστάρδεμα των οπτικών και των ακουστικών μέσα, ιδιαίτερα η μουσική αφήγηση που τόσο πολύ αγαπάει ο ίδιος. Το Inside, άλλωστε, είναι ένα κατεξοχήν μπάσταρδο και υβριδικό έργο, τόσο φτωχό παραγωγικά και τόσο φιλόδοξο καλλιτεχνικά. Aν έπρεπε να το κατατάξω, θα έλεγα ότι οι υπάρχουσες κατηγορίες και genres, με τη συμβατική τους έννοια, αδυνατούν να το περιγράψουν. Είναι ένα ημερολογιακό εξομολογητικό μιούζικαλ κι ένα pop-πειραματικό φιλμικό δοκίμιο, μια πρωτοπρόσωπη κωμωδία για την ζωή στην τωρινή συλλογική μας στιγμή. Το Inside αλλάζει aspect ratio συνεχώς, διαπερνάει όλα τα formats από το κινητό και το YouTube μέχρι το σινεμά και τα video games, έχει μια μουσική γκάμα που ξεκινάει από το κλασικό disneyικό ύφος του και πηγαίνει προς το synth-pop (ο Fisher, ως κατεξοχήν θεωρητικός των μελαγχολικών synthesizers, θα ήταν περήφανος), φέρνει στην επιφάνεια και αποδομεί κάθε κωμική σύμβαση, διερωτάται για τον χαρακτήρα και τον ρόλο της τέχνης, προσπαθεί να εκφράσει μια προσωπική αγωνία και μια συλλογική αλήθεια.

Μ’ αυτήν την έννοια, ο Burnham γίνεται ένα καλλιτεχνικό ιστορικό υποκείμενο, σαν αυτό για το οποίο μιλήσαμε στην αρχή. Είναι ο δικός μας Νεαρός Άνδρας. Ο δικός μου, τουλάχιστον. Το Inside ήταν ό,τι καλύτερο έχω δει το 2021, γενικά. Με βοήθησε να αντέξω το 2021. Τουλάχιστον για λίγο. Σ’ ευχαριστώ. Καληνύχτα. Ελπίζω να είσαι χαρούμενος. 

Best of internet