Οι top-5 λόγοι για τους οποίους δεν χρειαζόμασταν ένα νέο High Fidelity

Μέσα από μια (πολύ) αναλυτική επανεξέταση του παλιού High Fidelity

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

19 Φεβρουαρίου 2020

Θυμάστε πώς αρχίζει το High Fidelity; Η οθόνη είναι μαύρη, ακούγονται οι πρώτες νότες από το αθάνατο You’re Gonna Miss Me των 13th Floor Elevators, η μαύρη οθόνη μετατρέπεται σε στροβιλιζόμενο βινύλιο, αρχίζουν να πέφτουν οι τίτλοι αρχής, η κάμερα ακολουθεί το καλώδιο των ακουστικών, ο ήχος της μουσικής αρχίζει να γίνεται υπόκωφος, ο John Cusack κοιτάει την κάμερα και ρωτάει: What came first, the music or the misery?

Ό,τι γνώμη και να έχει κανείς γι’ αυτήν την ταινία, άσχετα αν πιστεύει ότι έχει κακογεράσει ή καλογεράσει, ανάθεμα κι αν υπάρχουν πολλοί καλύτεροι τρόποι να ξεκινήσεις ένα φιλμ που μιλάει για την μουσική και τον έρωτα. Σχεδόν 20 χρόνια ακριβώς μετά την πρεμιέρα της μεταφοράς του βιβλίου του Nick Hornby δια χειρός Stephen Frears, ενός μεγάλου εμβλήματος της Generation X, η streaming πλατφόρμα της Hulu φτιάχνει ένα δικό της High Fidelity για την γενιά των Millennials. Καθόλου τυχαία, στον ρόλο του θηλυκού Rob βρίσκεται η Zoe Kravitz, millennial παιδί κι η ίδια δύο σημαντικών gen-x-ers: του τραγουδιστή Lenny Kravitz και της ηθοποιού Lisa Bonet. Με άλλα λόγια, με πατέρα rock star και μητέρα που έπαιζε στην αρχική ταινία, θα ήταν σχεδόν αμαρτία να μην πρωταγωνιστούσε στο τηλεοπτικό High Fidelity, ειδικά δεδομένων των πολλών συνεχόμενων καλών ερμηνειών σε πράγματα σαν το Big Little Lies, το Dope και το Mad Max: Fury Road.

Μακάρι να μας άρεσε περισσότερο η σειρά, για να πούμε την αλήθεια. Την είδα κατευθείαν με το που βγήκε, σχεδόν μονοκοπανιά, καθοδηγούμενος από μια ακαταμάχητη νοσταλγία για το πρωτότυπο κι από μια μεγάλη περιέργεια για το πώς θα έβγαινε η νέα μεταφορά του. Δυστυχώς, όμως, δεν. Το πρόβλημα δεν ήταν τόσο η ποιότητα της σειράς με αυστηρούς όρους (είναι σίγουρα πάνω από τον τηλεοπτικό μέσο όρο), αλλά περισσότερο η ίδια η σχέση του τώρα με το τότε όσον αφορά το High Fidelity και τις πολιτισμικές και συναισθηματικές συνδηλώσεις του. Και θα εξηγήσουμε (υπερβολικά) αναλυτικά το γιατί, αλλά με τον μοναδικό τρόπο που ταιριάζει στην περίσταση: μέσα από μια top-5 λίστα. Προφανώς. Πάμε.

5. Η φάση με τα γυναικεία remakes

Δεν είναι ότι χρειάζεται και κανένα εξαιρετικά έμπειρο μάτι για να καταλάβεις πότε το Χόλιγουντ παράγει συγκαταβατικό και πατροναριστικό φεμινισμό για μαζική κατανάλωση προκειμένου να αξιοποιήσει με επιχειρηματικό κυνισμό την ανάγκη του μοντέρνου κοινού για περισσότερες γυναικείες και lgbt ιστορίες. Εκεί όπου παλιότερα βλέπαμε συνεχώς το στερεότυπο της Στρουμφίτας, τα τελευταία χρόνια η πιο εξόφθαλμα κυνική τακτική των στούντιο είναι η παραγωγή remakes παλιότερων, γνωστών τίτλων με αποκλειστικά γυναικείο καστ. Και, ναι, δεν είναι να σε εκπλήσσει καθόλου που ταινίες σαν το Ghostbusters του 2016 και το Ocean’s 8 του 2018 αποδείχτηκαν τόσο κακές ταινίες. Αντίστοιχα, θα εκπλησσόμασταν ακόμα λιγότερο αν εν τέλει τα επερχόμενα all-female remakes των Lord of the Flies, What Women Want και Dirty Rotten Scoundrels αποδειχτούν εξίσου κυνικά, συγκαταβατικά και πατροναριστικά.

Στον αντίποδα, φυσικά, υπάρχει μια μακρά παράδοση γυναικείας διεκδίκησης για καλλιτεχνική ορατότητα και αυτονομία στην κινηματογραφική και τηλεοπτική ιστορία – παράδοση που έχει αναπνεύσει με πολύ μεγαλύτερη άνεση στο ανεξάρτητο σινεμά παρά στην mainstream κινηματογραφική βιομηχανία, αλλά μοιάζει να διαπερνάει όλο και περισσότερο την σύγχρονη pop κουλτούρα όπως την γνωρίζουμε στον 21ο αιώνα. Αντίστοιχα, κατά το μεγαλύτερο μέρος του παρελθόντος της αμερικάνικης τηλεόρασης (μιας κι η βρετανική είχε πάντα μεγαλύτερη γυναικεία παρουσία), οι σειρές που δημιουργούνταν από άνδρες θεωρούνταν «σειρές για όλους», σειρές καθολικής απεύθυνσης και αποδοχής, ενώ οι σειρές που δημιουργούνταν από γυναίκες αντιμετωπίζονταν ως απόκλιση από το default, ως δημιουργίες πιο περιορισμένου ενδιαφέροντος: το ανδρικό είναι το κανονικό, το γυναικείο είναι η εξαίρεση.

Τόσο στην περίπτωση του σινεμά όσο και σ’ αυτήν την τηλεόρασης, τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερες ταινίες και σειρές που διεκδικούν έναν γυναικείο χώρο και χτίζουν μια γυναικεία καλλιτεχνική αυτονομία. Τα παραδείγματα είναι πάρα πολλά: από τα πρόσφατα κινηματογραφικά The Souvenir, Portrait of a Lady on Fire και Little Women μέχρι τα ακόμα περισσότερα τηλεοπτικά Fleabag, Insecure, Russian Doll, Tuca & Bertie, Shrill και The Marvelous Mrs Maisel μεταξύ πολλών άλλων. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, η αντικατάσταση γνωστών ή κλασικών ανδρικών χαρακτήρων από τις γυναικείες εκδοχές τους αποπνέει περισσότερο προχειρότητα και συγκατάβαση παρά επιθυμία για αφήγηση αυτοτελώς γυναικείων ιστοριών. Και, αν μη τι άλλο, ενισχύει την προαναφερθείσα αντίληψη που βλέπει την γυναικεία έκφραση ως απόκλιση από το ανδρική κανονικότητα. Δυστυχώς, παρά την πολύ καλή δουλειά της Kravitz, η Rob δεν καταφέρνει να γίνει κάτι παραπάνω από μια γυναικεία εκδοχή του Rob.

4. Ωραίες είναι οι λίστες, αλλά όχι έτσι ρε παιδί μου

Ναι, μ’ αρέσει πολύ να φτιάχνω λίστες – κι έχω φτιάξει πολλές και γι’ αυτό εδώ το site. Συχνά θεωρείται πως η κατάρτιση μιας λίστας με τα αγαπημένα μας πράγματα είναι μια δήλωση ταυτότητας, μια στερεοποίηση του εαυτού με αισθητικά κριτήρια – σαν αυτό που είμαι να είναι το άθροισμα των γούστων μου. Όταν ήμουν πιο μικρός, πίστευα ότι ο χαρακτήρας και το γούστο σχετίζονται βαθιά. Βασικά, δεν είναι ότι το πίστευα. Μάλλον έπραττα σαν να ίσχυε, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Αν τραβήξουμε αυτή την λογική στις ακραίες της συνέπειες, τότε κινδυνεύουμε να καταλήξουμε σε δύο πράγματα. Πρώτον, να συνδέουμε το αισθητικό γούστο με την προσωπική αξία και το ανθρώπινο βάθος. Δεύτερον, να μεταχειριζόμαστε ανθρώπους και συναισθήματα σα να είναι αντικείμενα που μπορούν να ιεραρχηθούν ψυχρά και να μπουν σε μια λίστα. Χρειάζεται ιδιαίτερη εξήγηση το ποιο είναι το πρόβλημα εδώ; Ναρκισσισμός, ελιτισμός, αυτο-φετιχοποίηση, πούτσες μπλε.

Αν θυμάστε, σε μια από τις πιο κλασικές ατάκες της ταινίας, ο Rob λέει: “I agreed that what really matters is what you like, not what you are like… Books, records, films – these things matter. Call me shallow but it’s the fuckin’ truth.” Αυτή η αντίληψη είναι βέβαια πολύ κλασική μέσα σε geeky και nerdy κοινότητες, άσχετα με το αντικείμενο του πόθου τους – από τελειωμένους σινεφίλ του ευρωπαϊκού σινεμά μέχρι κάγκουρες που κωλοφτιάχνουν παπάκια. Όλως τυχαίως, μάλιστα, τυχαίνει τις περισσότερες φορές να είναι και ανδρικές αυτές οι κοινότητες. Η πρόταση του High Fidelity για την προέκταση μιας τέτοιους είδους φετιχιστικής αντίληψης από τα προϊόντα μαζικής κουλτούρας στις ανθρώπινες σχέσεις έχει λοιπόν ένα βασικό πρόβλημα στον ίδιο τον συναισθηματικό της πυρήνα. Η χαριτωμένη μαλακία που δέρνει τον Rob, προϊόν εξίσου μιας τοξικής αρρενωπότητας κι ενός τοξικού fandom, καταλήγει να ρομαντικοποιείται για χάρη μιας τακτοποιημένης συμβατικής αφήγησης αντί να γίνεται η αφορμή για μια ουσιαστική ενδοσκόπηση στον ίδιο τον εαυτό και το ίδιο του γούστο. Έτσι, παρά τις καλές στιγμές της (που έτσι κι αλλιώς φωτίζονται περισσότερο από την σαρδόνια γραφή του Hornby παρά από την ξερή σκηνοθεσία του Frears), η ταινία κατέληγε να μην παίρνει σοβαρά ούτε τη μουσική ούτε τις σχέσεις. Ο ήρωας ως αρχετυπικός Nice Guy™ δεν αναγκάζεται να αντιμετωπίσει εις βάθος τις συνέπειες των πράξεων και των συναισθημάτων του, κι έτσι κατ’ ουσίαν (παρά την διεκπεραιωτική δήλωση αλλαγής του φινάλε) μένει καθηλωμένος μέσα από την αυτοδικαίωση, την αυτοθυματοποίηση και την αυτοϊκανοποίηση (κυρίως).

Υπάρχει εδώ προφανώς μια χαμένη ευκαιρία. Η επιφανειακή λογική της ιεράρχησης μέσα από λίστα, αν δεν συνδέεται με μια ουσιαστική ανθρώπινη ανάπτυξη χαρακτήρων και μια ανάλυση της ίδιας της επιθυμίας, καταλήγει απλώς να μετατρέπει τις σχέσεις σε αντικείμενα. Το να γίνεται μάλιστα αυτό μέσα από ένα quirky σπάσιμο του τέταρτου τοίχου δείχνει έναν κυνισμό προηγούμενης περιόδου που μοιάζει ξεπερασμένος σήμερα που όλο και περισσότερες τηλεοπτικές αφηγήσεις ποντάρουν στην συναισθηματική ειλικρίνεια αντί για την meta ειρωνεία. Και, σε τελική ανάλυση, ακολουθώντας έναν παρόμοιο δρόμο, το νέο High Fidelity παρόλο που καταβάλει τίμιες προσπάθειες δεν καταφέρνει τελικά να σε πείσει για την ανθρωπιά των ανθρώπων του. Δυστυχώς, θα χρειαστεί να πούμε κακές λέξεις αν θέλουμε να προχωρήσουμε…

3. Έχει κι ο χιπστερισμός τα όριά του

Γενικά, αποφεύγω αυτήν την λέξη. Δε μου αρέσει καθόλου, είναι σαν βρισιά χωρίς περιεχόμενο πια, αφού κανένας (κυριολεκτικά κανένας) δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα σε αυτόν τον όρο και ταυτόχρονα κανένας δεν μπορεί να τον ορίσει με έναν κοινά αποδεκτό τρόπο. Παρόλα αυτά, θα αποπειραθούμε εδώ να πούμε μερικά πράγματα για το τι συνιστά μια hipster αντιμετώπιση των πραγμάτων. Χονδρικά, θα λέγαμε ότι η τρέχουσα χρήση του όρου υποδηλώνει μια επιφανειακότητα που συμβαδίζει ή/και πηγάζει από την εμμονική φροντίδα του στυλ. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό εδώ δεν είναι το ίδιο το στυλ, αλλά η απουσία δέσμευσης προς οτιδήποτε. Υπάρχει μια πυκνή σημειολογία, ένα πλήθος αναφορών, ένα κυνήγι του εναλλακτικού ως αυτοσκοπός, μια επιθυμία πρωτοπορίας που ούτε δικαιολογείται ούτε ικανοποιείται ποτέ. Συχνά αυτό οδηγεί σε μια κυνική, ειρωνική, μπλαζέ αντίληψη για τα πάντα που εύκολα μετατρέπεται σε τυρένιο μελοδραματισμό όταν υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Γενικά, η φάση είναι μέγιστος αριθμός αναφορών, ελάχιστος βαθμός προσωπικής σύνδεσης και βιωματικής συνέπειας, συνεχής meta αποστασιοποίηση από τον εαυτό.

Αυτή η σύγχρονη μορφή χιπστερισμού είναι με έναν τρόπο δεμένη με την λογοτεχνική, κινηματογραφική και τηλεοπτική εκδοχή του High Fidelity. Ουσιαστικά, η Γενιά Χ την οποία εξέφρασε ο συγγραφέας του βιβλίου, Nick Hornby, είναι η ίδια που έβρισκε τον εαυτό της στα βιβλία του Irvine Welsh όπως το Trainspotting και του Chuck Palahniuk όπως το Fight Club, τα οποία φυσικά μεταφέρθηκαν με εξίσου εμβληματικό τρόπο στο σινεμά. Αντίστοιχα, η ίδια εποχή των 90s έως και τα πρώιμα 00s μας έδωσε μια σειρά από ταινίες σαν το Reality Bites, το Reservoir Dogs, το Almost Famous, το Rushmore, το Clerks, το Slacker, το Singles, το Empire Records, το Swingers, το Kids, το Donnie Darko, το Ghost World. Προφανώς υπάρχουν σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε αυτά τα έργα, αλλά υπάρχει κι ένα κοινό νήμα που τα ενώνει σε έναν βαθμό. Πρώτον, ως δείγματα της Γενιάς Χ των 90s, είχαν μεγάλες δόσεις κυνισμού και ειρωνείας (σε αντίθεση με την τελευταία δεκαετία που υπάρχει στροφή προς την ευαισθησία και την ειλικρίνεια). Δεύτερον, ενίοτε είχαν ως πρωταγωνιστές entitled ή κακομαθημένα αγόρια που φετιχοποιούσαν τα πάντα γύρω τους, στρέφοντας την εύκολη κριτική σε οτιδήποτε άλλο πέρα από τον εαυτό τους. Αυτός ο συνδυασμός, μαζί με τα κάμποσα ακόμα alt/indie πράγματα των μουσικών και κινηματογραφικών 90s, παρήγαγε μια alternative αγορίστικη κουλτούρα των ημι-slackers και των ψευδο-outcasts που έβλεπε τον κόσμο επιφανειακά και κυνικά, επικοινωνώντας συχνά μέσα από αδιαφοροποίητα cultural references χωρίς να ασχολείται ιδιαίτερα με το περιεχόμενό τους. Χίπστερς; Ναι, σε έναν βαθμό.

Δεν προσπαθώ εδώ να κατεδαφίσω το Gen-X σινεμά ή κάτι τέτοιο. Μεγάλωσα με αυτές τις ταινίες και έμαθα σινεμά και μουσική μέσα από αυτές. Όχι απλά είναι κομμάτι μου. Με έφτιαξαν. Όντας έφηβος στις αρχές των 00s, τέτοια πράγματα ήταν το ευαγγέλιο μου (και το βίντεο κλαμπ ο ναός μου). Παρόλα αυτά, όσον κι αν τα αγαπάω και τα νοσταλγώ, βρίσκω ότι άφησαν μια αρκετά αμφίσημη κληρονομιά μπλαζέ κυνισμού και επιφανειακής ειρωνείας που νομίζω ότι έχει κακογεράσει (μέσα μου κι έξω μου) σε μεγάλο βαθμό. Εν μέρει, πιστεύω ότι είναι δύσκολο να επενδύσεις πραγματικά σε αυτές τις ιστορίες αν δεν σε καθόρισαν σε ευαίσθητη ηλικία. Μου φαίνεται ότι έχουν κατά βάθος τόση πολλή αυταρέσκεια και αυτοεπιβεβαίωση που πλέον με αποξενώνουν αρκετά, παρά την προσωπική σύνδεση που έχω μαζί τους. Μου φαίνεται ότι, σε τελική ανάλυση, δεν είχαν μέσα τους τόσο πραγματικούς ανθρώπους όσο πίστευα κάποτε. Αντ’ αυτού, βρίσκω περισσότερο στερεοτυπικά βασανισμένους/ψαγμένους χαρακτήρες με λίγο ανθρώπινο βάθος εν τέλει. Βλέποντας το νέο High Fidelity, σκεφτόμουν το Nathan Barley που έφτιαξαν οι Chris Morris και Charlie Brooker (δύο από τους καλύτερους γραφιάδες που έχει δει ποτέ η τηλεόραση, υπεύθυνοι για τα Brass Eye και Black Mirror αντίστοιχα), το οποίο παρουσίαζε μια εξοντωτική σάτιρα αυτής της αλτερνατιβο-χιπστερο-κουλτούρας ανάμεσα στο τέλος του 20ού αιώνα και την αρχή του 21ου. Μια σάτιρα που, πέρα από τραγελαφικά αστεία, μου φαίνεται πλέον και πλήρως δίκαιη.

Ευτυχώς, κατ’ εμέ η συνέχεια των 00s υπήρξε θετικότερη σε αυτόν τον τομέα ακόμα κι αν δεν παρήγαγε τόσο εμβληματικές ταινίες. Συνολικότερα, υπήρξε σταδιακά μια μεγαλύτερη στροφή προς την ειλικρίνεια (όπως είπαμε παραπάνω κι όπως έχει περιγραφεί με τον όρο New Sincerity). Ειδικά στο αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά αυτό οδήγησε στην άνθιση μιας φουρνιάς δημιουργών που διατηρούσαν ένα μέρος από την ειρωνεία των 90s αλλά την έκαναν πλέον πιο ευαίσθητη και ενδοσκοπική. Έτσι, είχαμε τις ταινίες του Michel Gondry, του Spike Jonze, του Noah Baumbach, των αδερφών Duplass, του Joe Swanberg και της Greta Gerwig, του Jason Reitman και της Diablo Cody, του Jared και της Jerusha Hess, του Tom McCarthy, της Lynne Shelton και του Todd Louiso (που όλως τυχαίως έπαιζε στο πρώτο High Fidelity, χα). Αυτό το άτυπο ρεύμα είναι κατά έναν τρόπο περισσότερο παρόν μέσα στο σημερινό τηλεοπτικό πεδίο των νέων δημιουργών, κι ίσως εν μέρει γι’ αυτό μου έμοιαζε τόσο παράταιρο το Gen-X πνεύμα του High Fidelity μεταμφιεσμένο σε σύγχρονη millennial ιστορία…

2. Εγώ θα κάτσω εδώ με τους millennials

Η σειρά προσπαθεί, προσπαθεί πολύ. Έχει όλες τις «σωστές» σύγχρονες πολιτισμικές αναφορές. Συζητάει για problematic καλλιτέχνες, μιλάει για τοξικό fandom, σχολιάζει την φάση του Kanye West, ανακαλύπτει θαμμένα διαμάντια σαν την Λένα Πλάτωνος. Ο τρόπος που το κάνει, όμως, μοιάζει περισσότερο με τσεκάρισμα σε κουτάκια παρά με συνεκτικό χτίσιμο ενός κόσμο που να αποπνέει αυθεντικότητα. Είναι σαν να βλέπεις κάποιον να προσπαθεί υπερβολικά να γίνει κουλ. Μπορεί αυτά που κάνει/φοράει/βλέπει/ακούει να αναγνωρίζονται ως κουλ, αλλά κάτι είναι off σε αυτόν τον ίδιο, δεν σε πείθει αρκετά ακριβώς αποπνέει υπερπροσπάθεια και αναυθεντικότητα. Έχει πλάκα το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές του νέου High Fidelity παρουσιάζονται ως καθαρόαιμοι 30ρηδες millennials αλλά το όλο σκηνικό μυρίζει φαντασίωση music nerd παλαιάς κοπής. Οι δύο δημιουργοί Veronica West και Sarah Kucserka είναι gen-x-ers που δεν βρίσκουν μάλλον τίποτα παράξενο στο ότι παρουσιάζουν ως slackers/losers μια ξέγνοιαστη diverse παρέα που βρίσκεται γύρω από ένα χιπστερο-δισκάδικο στην καρδιά του Crown Heights στο Brooklyn (μια γειτονιά που έχει υποφέρει πολύ από το gentrification και τις ψαγμένες φατσούλες), ενώ μιλάμε για μια δουλειά/ζωή που είναι άπιαστο ουτοπικό όνειρο για τους πραγματικούς millennials, δηλαδή τους σημερινούς 30ρηδες που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.

Σε έναν σημαντικό βαθμό, λοιπόν, το νέο High Fidelity μου φαίνεται συγκαταβατικό και πατροναριστικό προς τις κοινωνικές φιγούρες που θέλει να αναπαραστήσει. Είναι millennial-xploitation; Ναι, εν μέρει. Παρόλα αυτά, δεν σημαίνει ότι πιάνει κιόλας. Αν μας έχουν μάθει κάτι οι σπουδαίες σειρές και ταινίες αυτής της δεκαετίας που καταπιάνονται ανοιχτά με τη γενιά τους και το πνεύμα της εποχής τους, αυτό είναι ότι η millennial θεατές πράγματι ζητάνε από την μυθοπλασία περισσότερη ειλικρίνεια, αυθεντικότητα, σκληρότητα. Η ανάγκη για σύνδεση και επαφή μέσα σε ένα νιχιλιστικό μεταμοντέρνο περιβάλλον έχει δώσει μεγάλη πνοή ζωής στο σινεμά και την τηλεόραση που θέλουν να καταπιαστούν με το τι σημαίνει να ζεις ή να μεγαλώνεις σήμερα. Στην καρδιά τέτοιων έργων βρίσκονται τα ζητήματα που αφορούν το κυρίαρχο αίσθημα αλλοτρίωσης των νέων ανθρώπων στον ύστερο καπιταλισμό: μια τεχνολογικά ενισχυμένη μοναξιά, ένας μηδενικός έλεγχος των υλικών συνθηκών ζωής μαζί με τεράστια ψηφιακή πρόσβαση στα πάντα, μια επισφάλεια στην δουλειά κι ένας κατακερματισμός του εαυτού σε ένα άθροισμα από online προφίλ, μια καταπιεστική νοσταλγία για ένα αθώο παρελθόν και για μια χαμένη εκδοχή του μέλλοντος που σε στοιχειώνουν εξίσου, καπιταλιστικός ρεαλισμός στην καθημερινή ζωή και την κουλτούρα χωρίς εναλλακτικές ούτε στην φαντασία καλά-καλά, μια μελαγχολία που αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το υπάρχον.

Καθόλου τυχαία, βλέπουμε όλο και περισσότερες ταινίες και σειρές να προσπαθούν να αναμετρηθούν με τέτοια ερωτήματα μέσω από αυθεντικά ανθρώπινες ιστορίες. Μιλάμε για ταινίες σαν το The Florida Project, το Midsommar, το Eighth Grade, το Lady Bird, το Mid90s και το Sorry to Bother You ή για σειρές σαν το Fleabag, το Tuca & Bertie, το Insecure, το Atlanta, το Undone, το Sex Education και το BoJack Horseman. Παρόλα αυτά, το τηλεοπτικό High Fidelity αποτυγχάνει να μεταβεί από τον gen-x πυρήνα του βιβλίου και της ταινίας στην σύλληψη και αναπαράσταση της millennial εμπειρίας που εκπροσωπούν οι νέοι ήρωες. Αντίθετα, αν ενδιαφέρεται για κάτι, αυτό μοιάζει να είναι περισσότερο η νοσταλγία για την όχι-και-τόσο-μακρινή εποχή που μπορούσαν να υπάρχουν χαρακτήρες σαν αυτούς του High Fidelity. Ξέρετε, απλά μερικοί φίλοι που ανοίγουν ένα δισκάδικο/μπαρ/βιβλιοπωλείο/οτιδήποτε κι όλη η ζωή τους περιστρέφεται γύρω από το να μιλάνε γι’ αυτά που τους αρέσουν κι αυτά που δεν τους αρέσουν. Όπως ο ήρωας του Trainspotting που έχει μείνει να ονειρεύεται την πρέζα και τον “Ziggy” Pop (sic), έχουμε μια νοσταλγική καθήλωση σε μια φαντασίωση του παρελθόντος που μας δίνει μια ψευδή αίσθηση πολιτισμικής ανωτερότητας. Όσοι μεγαλώσαμε στα 90s, είχαμε σαν βασικό στοιχείο της εναλλακτικής ιδεολογίας ότι η κουλτούρα του παρελθόντος είναι πάντα καλύτερη από του παρόντος. Αλλά οι δεκαετίες που ακολούθησαν, κι ειδικά τα ’10s, απέδειξαν το αντίθετο: έβγαλαν συνολικά καλύτερη τέχνη από τα 90s (ειδικά στο σινεμά και την τηλεόραση). Έσπασαν τον κύκλο. Και μείναμε με τη νοσταλγία στο χέρι. Είναι λίγο τραγικό αυτό, δεν είναι;

1. Το τείχος της νοσταλγίας

Τις προάλλες, μιλάγαμε για την επίσημη έναρξη της κυνηγετικής περιόδου της 90s νοσταλγίας και καταλήγαμε στο εξής: «Σιγά σιγά, θα τελειώσουν τα πράγματα προς ανακύκλωση. Ήδη, μιας και φτάσαμε στην σειρά των 90s, αξίζει να σημειώσουμε ότι ήταν μάλλον η τελευταία δεκαετία που σε έναν βαθμό κατάφερε να παράξει μια δική της κουλτούρα (άσχετα άμα ήταν καλή ή όχι). Με άλλα λόγια, ρωτάμε: Τι θα βρούνε να νοσταλγήσουν οι άνθρωποι σε 10 χρόνια από τώρα; Τι πράγματα θα αναπολεί η γενιά που μεγάλωσε μέσα στην εποχή του no future; Αν πιστέψουμε τον εκλιπόντα θεωρητικό Mark Fisher ότι η σύγχρονη κουλτούρα στοιχειώνεται από τα “χαμένα μέλλοντα” που ακυρώθηκαν, μήπως τότε οι επόμενες γενιές θα στοιχειώνονται κι από τα “χαμένα παρελθόντα” που δεν βιώθηκαν παρά μόνο σαν αναβίωση μιας αναβίωσης; Ερώτημα».

Πράγματι, πρόκειται περί ερωτήματος. Πριν λίγα χρόνια, είχαμε το Trainspotting 2, παρόλο που μάλλον το ξέχασαν σχεδόν όλοι. Σύντομα θα έχουμε επίσης Clerks 3 και The Matrix 4, ενώ ο αγώνας για το νέο Fight Club δεν σταματάει ποτέ (το Joker ας πούμε το πάλεψε φουλ). Αυτό το είδος pop νοσταλγίας είναι ένας τουρισμός στο παρελθόν που προσπαθεί να μιλήσει την γλώσσα του σήμερα, αλλά το κάνει με συντηρητικό τρόπο. Εκεί που η εντελώς μαζική mainstream κουλτούρα απλά ανακυκλώνει εμμονικά και βιομηχανικά τον εαυτό της, στα χαμηλότερα κλιμάκια παράγονται ενδιαφέροντα καλλιτεχνικά έργα που κοιτούν προς τα πίσω, που δεν καταφέρνουν να γίνουν φουλ mainstream αλλά αποκτούν το κοινό τους. Ήδη αναφέραμε κάποια τέτοια παραδείγματα πριν. Αν κάτι από προηγούμενη γενιά θέλει να επιστρέψει αληθινά ανανεωμένο, όμως, θα πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια από το High Fidelity. Σε έναν βαθμό, το κατάφερε ο Spike Lee με την πρώτη σεζόν του τηλεοπτικού She’s Gotta Have It ή σε ένα meta επίπεδο ο Bart Layton με το American Animals. Και βέβαια η Greta Gerwig με το Lady Bird και ο Jonah Hill με το Mid90s.

Από την άλλη, η ανανέωση του High Fidelity δεν αποπνέει ούτε φυσικότητα, ούτε επεξεργασία, ούτε ειλικρίνεια. Περισσότερο μοιάζει με πισωγύρισμα που απλά ρεμιξάρει την ταινία 20 χρόνια μετά με σύγχρονα κουτάκια για τσεκάρισμα. Κι είναι κρίμα, γιατί το premise του βιβλίου και της ταινίας χρήζει ακόμα εξερεύνησης. Με άλλα λόγια, υπάρχει ακόμα ζουμί στο να ξεψαχνίσεις τον πλούτο συναισθημάτων, επαφής και συσχέτισης που δημιουργεί η μουσική του σήμερα. Εξάλλου, η ίδια η σχέση της millennial γενιάς με την κατανάλωση της μουσικής είναι πολύπλοκη και μεταιχμιακή. Όντας η πρώτη γενιά του μαζικού ίντερνετ, ανακάλυψαν τη μουσική του παρελθόντος και του παρόντος ταυτόχρονα μέσα από δισκάδικα και συναυλίες αλλά και από forums, chatrooms, blogs και p2p προγράμματα. Όλο αυτό το σύμπλεγμα, φυσικά, έχει με τη σειρά του δημιουργήσει έναν ιδιαίτερο συναισθηματικό, αισθητικό και διανοητικό κόσμο γύρω από τη μουσική. Το να φτιάξεις βέβαια μια αφήγηση που να καταπιάνεται με αυτό αλλά και να λέει μια αυθεντικά ανθρώπινη ιστορία είναι πράγμα δύσκολο και πολύπλοκο. Παρόλα αυτά, δεν είναι ακατόρθωτο. Το Atlanta του Donald Glover και το Insecure της Issa Rae είναι δύο παραδείγματα πολύ πιο relevant, περιπετειώδη και ειλικρινή από το High Fidelity.

Λοιπόν, ναι, σόρι High Fidelity. Σημασία δεν έχει τι σου αρέσει, αλλά τι είσαι. Κι όταν λέω τι είσαι εννοώ τι κάνεις, πώς σχετίζεσαι και πώς επεξεργάζεσαι έπειτα αυτήν την πράξη και την σχέση. Τα βιβλία, οι δίσκοι, οι ταινίες – αυτά τα πράγματα έχουν πράγματι σημασία, αλλά μόνο σε έναν βαθμό (σχετικά μικρό μάλιστα). Σε λέω ρηχό, αλλά είναι η γαμημένη αλήθεια.

Best of internet