The Haunting of Hill House: Υπάρχουν στοιχειωμένα σπίτια, αλλά κυρίως υπάρχουν στοιχειωμένοι άνθρωποι

Η νέα horror σειρά του Netflix τερματίζει φίλινγκς και τρόμο μαζί

Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο. Έχουμε αρχίσει κι άλλη φορά κείμενό μας με αυτήν την φράση, αλλά τι να κάνουμε: αφενός είναι μια υπέροχη φράση, αφετέρου αφού την χρησιμοποίησε ο Τολστόι για να ανοίξει την Άννα Καρένινα, ε, τότε σίγουρα μπορεί να μας φανεί χρήσιμη πάνω από μία φορά. Έπειτα, βέβαια, σημειώναμε πως η οικογενειακή δυστυχία και δυσλειτουργία είναι ένα σταθερό πεδίο ανάπτυξης κινηματογραφικών ιστοριών. Ούτως ή άλλως, στο χαρτί όπως και στην οθόνη, οι ευτυχισμένες οικογένειες δεν πουλάνε και πολύ. Όχι, δεν θα ανατρέξουμε εδώ στις κινηματογραφικές οικογενειακές δυσλειτουργίες αναλυτικά, αλλά θα πούμε το εξής: πολύ συχνά μοιάζει σαν η mainstream κινηματογραφική φαντασία να περιορίζεται μόνο στα δύο άκρα αυτού του φάσματος. Πολλές φορές, δηλαδή, διαλέγει είτε την γλυκερή και αδιάφορη ευτυχία είτε την απόλυτη, απέραντη, πνιγηρή δυστυχία.

Κι η αλήθεια είναι πως, όταν ένα κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο αποφασίζει να βουτήξει με το κεφάλι στην οικογενειακή θλίψη, το τραύμα, την δυσλειτουργία, τις περισσότερες φορές το κάνει διστακτικά και χωρίς πρόθεση να φτάσει σε βάθος, να πάει μέχρι το τέρμα, να αγγίξει τα όρια. Ευτυχώς, εξαιρέσεις υπάρχουν κι είναι πολλές, όντας τόσο εμβληματικά σημεία αναφοράς όσο και καθαρτικά αποκούμπια για το πώς βρίσκουμε τον εαυτό μας παρόντα μέσα στην οθόνη, όπως για παράδειγμα οι σκληρές εμπειρίες του Cries and Whispers του Bergman ή του A Woman Under the Influence του Κασσαβέτη. Και δεν υπάρχει πιο εύφορο έδαφος για να ανθίσει η κινηματογραφική επεξεργασία της οικογενειακής δυστυχίας από το στοίχειωμα του παρελθόντος, την απειλή της απώλειας και την σκιά του τραύματος. Οι απόντες και οι παρόντες συναντιούνται στην συναισθηματική κόλαση, αυτοί που βούλιαξαν κι αυτοί που σώθηκαν κοιτούν μαζί προς τα πίσω, η παράδοση των νεκρών γενεών βαραίνει σαν εφιάλτης πάνω στα μυαλά των ζωντανών, όπως έγραφε κι ο Μαρξ σχεδόν την ίδια περίοδο με τον Τολστόι – για να διπλασιάσουμε την αναφορά σε γενειοφόρους συγγραφείς του 19ου αιώνα.

Φυσικά, η συγγραφική φλέβα πάλλεται μέσα στο The Haunting of Hill House, το οποίο έκανε πρεμιέρα τις προηγούμενες μέρες στο Netflix, οπότε δεν μοιάζει εν τέλει και τόσο καταχρηστική αυτή η αναφορά. Πράγματι, το κλασικό ομώνυμο μυθιστόρημα γοτθικού τρόμου της Shirley Jackson από το 1959 που αποτέλεσε την βάση για την σειρά (με τεράστιες διαφορές βέβαια) συνιστά ένα από τα πιο κλασικά έργα της μεταπολεμικής λαϊκής λογοτεχνίας για τις ΗΠΑ του 20ού αιώνα – κι η οικειότητα μεγάλου μέρους του κοινού μαζί του είναι ήδη υπολογίσιμη. Η Jackson γράφει μια ιστορία για φαντάσματα, αλλά γνωρίζει πως είναι στις άμεσες σχέσεις των ανθρώπων που τα φαντάσματα αυτά καταφέρνουν να ζωντανέψουν και να στοιχειώσουν, με το Haunting να αποτελεί ένα από αυτά τα έργα που ποντάρουν τα μέγιστα στην λεπτή πλην ουσιαστική (και αμετάφραστη) διάκριση μεταξύ terror και horror.

Κατά μία έννοια, βέβαια, πριν καν δούμε την σειρά, το Haunting ήταν εν μέρει ήδη στοιχειωμένο από το κινηματογραφικό του παρελθόν. Από τη μία πλευρά, υπήρχε μια εξαιρετική μεταφορά του βιβλίου από το 1963 δια χειρός του σπουδαίου τεχνίτη των genres του αμερικάνικου σινεμά, Robert Wise. Από την άλλη, όμως, υπήρχε κι ένα αισχρό 90s remake με τον Liam Neeson, το οποίο μάλλον προσπαθούν να ξεχάσουν κι αυτοί που συμμετείχαν στην παραγωγή του. Κάπως έτσι, υπήρχε μια ανησυχία ότι η νέα τηλεοπτική εκδοχή του Haunting έρχεται να εγγραφεί, θέλοντας και μη, στο μεγάλο κύμα σκαλίσματος ξεζουμίσματος του pop culture παρελθόντος με την σωρεία remakes, sequels, reboots, franchises και τα σχετικά, τα οποία τείνουν στην συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων να διαλέγουν τον πιο εύκολο δρόμο που συνδυάζει την άμεση αναγνωρισιμότητα και την αποκαρδιωτική προχειρότητα.

Αν υπήρχε, όμως, κάτι που να εμπόδιζε το Haunting του Netflix απ’ το να αποδειχθεί πλήρως διεκπεραιωτικό ή φτηνό (κι η αλήθεια είναι ότι η πλατφόρμα έχει δείξει πολλάαα τέτοια σημάδια), αυτό ήταν η παρουσία του Mike Flanagan. Όχι πως ο 40χρονος Αμερικάνος σκηνοθέτης είναι κανένας σπουδαίος auteur, αλλά πρόκειται για έναν δημιουργό που την τελευταία δεκαετία έχει αποδείξει πως αποτελεί έναν επίμονο εργάτη του low-budget ή ανεξάρτητου τρόμου, ξεκινώντας με το αξιοπρεπέστατο crowd-funded Absentia και συνεχίζοντας με τις παραγωγές της Blumhouse, δηλαδή τα Oculus και Hush, πριν συνεργαστεί πέρσι με το Netflix για την ταινία Gerald’s Game, μια διακριτική αλλά επίσης αξιοπρεπή μεταφορά Stephen King σε έναν ωκεανό αντίστοιχων μεταφορών.

Εκτός της εμπλοκής του Flanagan, η σειρά έμοιαζε να έχει κι ένα αντικειμενικό αβαντάζ: την αναγέννηση του horror ύφους, με το είδος να περνάει τα τελευταία χρόνια μια μοντέρνα golden era, τόσο στο πεδίο του box office και των mainstream βραβείων όσο κι αυτό του arthouse και φεστιβαλικού κυκλώματος. Βέβαια, σε σημαντικό μέρος της, αυτή η σύγχρονη (κινηματογραφική κυρίως) horror παραγωγή δυσκολεύεται να επιτελέσει την ίδια την λειτουργία του τρόμου. Ο λόγος γι’ αυτό είναι μάλλον διττός. Από τη μία, μεγάλο κομμάτι των σύγχρονων horror επιτυχιών μοιάζει να βασίζεται υπερβολικά σε χιλιοπαιγμένα τρικ και κοινοτοπίες του είδους, όπως φερ’ ειπείν τα franchises του Conjuring και του Insidious. Από την άλλη, υπάρχει μια αντίρροπη τάση που, ναι μεν παράγει υπέροχες ταινίες, αλλά περισσότερο χρησιμοποιεί τον τρόμο ως αισθητικό και αφηγηματικό πλαίσιο παρά στοχεύει ευθέως στο να ταράξει αληθινά τον ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο των θεατών. Κι εδώ, βέβαια, τα παραδείγματα είναι πολλά, από το It Follows και το The VVitch μέχρι το A Quiet Place και το The Babadook, μεταξύ πολλών άλλων.

Το The Haunting of Hill House, προς τιμήν του, διαλέγει έναν δρόμο με μεγάλο ρίσκο αλλά και μεγάλη επιβράβευση: την πρόκληση του τρόμου πρωτίστως μέσα από τον συναισθηματικό και αφηγηματικό πλούτο του. Κατά τη διάρκεια των 10 επεισοδίων του, παρακολουθούμε την ιστορία της οικογένειας Crain από το 1992 μέχρι το 2018, δηλαδή από τον καιρό που κατοικούσαν στο παλιό στοιχειωμένο σπίτι και ήρθαν σε επαφή με την υπερφυσική πλευρά του μέχρι σήμερα που τα 5 αδέρφια της οικογένειας συναντιούνται ξανά ώστε να αντιμετωπίσουν και πάλι, με νέους όρους αυτήν την φορά, τις τραγωδίες που διαχέει το παρελθόν στο παρόν – πάντα με άξονα την έπαυλη του Hill House και την απώλεια των αγαπημένων προσώπων.

Παρόλο που στο μεγαλύτερο μέρος του το Haunting είναι μάλλον κοινότοπο αισθητικά, μοιάζοντας να ξεφορτώνεται την (συχνά μπλοκαριστική, είναι η αλήθεια) φιλοδοξία να προτείνει μια νέα ή διαφορετική κινηματογραφική γλώσσα για το είδος, η συναισθηματική και αφηγηματική του ένταση είναι τεράστια – σίγουρα περισσότερο απ’ όσο περιμέναμε ξεκινώντας την σειρά. Γιατί η αλήθεια είναι αυτή: το Haunting μας εξέπληξε, ευχάριστα, πολύ. Όντας ουσιαστικά μια σειρά βαθιά συναισθηματικού και σχεσιακού οικογενειακού τρόμου, καταφέρνει να αναμετρηθεί με τις προκλήσεις ενός σκληρού οικογενειακού δράματος με μεγάλη ακρίβεια και αποτελεσματικότητα στην γραφή και τον ρυθμό. Είναι στιγμές που νιώθεις την οθόνη πραγματικά να πάλλεται από δραματική ένταση, καθώς ο Flanagan προσεγγίζει την οικογένεια Crain σαν μια αδύνατη συνθήκη που κάπως καταφέρνει να συγκρατείται σε τάξη όσο τα πάντα γύρω της καταρρέουν.

Υπάρχει μια δυναμική διάλυσης στην οικογένεια των Crain, μια καταραμένη σύνθεση πολλών διαφορετικών πραγματικοτήτων και νοηματικών τάξεων που συγκρούονται. Κι υπάρχει, επίσης, μια δυναμική διαρροής από την οικογένεια, όταν οι άνθρωποι που παρακολουθούμε στην οθόνη καταφέρνουν να κοιτάξουν με ειλικρίνεια ο ένας τον άλλον και να βρουν έναν διαφορετικό τρόμο να σχετιστούν μεταξύ τους, πέρα από το τραύμα, την θλίψη και την ενοχή – αλλά χωρίς να τα βάζουν κάτω από το οικογενειακό χαλί. Ο μητέρα σχεδιάζει σπίτια, ο πατέρας χτίζει σπίτια, τα παιδιά τα κατοικούν – κι όλοι μαζί πληρώνουν με τον τρόπο τους το τίμημα της οικογενειακής δυστυχίας. Καθώς τα αδέρφια Crain προσπαθούν να ξεδιαλύνουν το συναισθηματικό κουβάρι του πένθους, της ψυχικής ασθένειας, του εθισμού, της αγάπης και της εξουσίας μέσα στην οικογένεια, το Haunting καταφέρνει διακριτικά να διατυπώσει την πιο φιλόδοξή του δραματική δήλωση: ότι το αίσθημα που συνορεύει περισσότερο με τον τρόμο είναι η θλίψη.

Κι έτσι, κατανοώντας πλήρως τις οπτικές γωνίες της οικογένειας Crain μέσα από την δύσκολη επιλογή του Flanagan να επιλέξει την παραδοσιακή Rashomon δομή όπου εκθέτει αναλυτικά και εις βάθος τον τρόπο που βιώνονταν διαφορετικά τα ίδια γεγονότα από τα μέλη της οικογένειας (κάτι που φέτος χαρήκαμε που είδαμε να γίνεται πετυχημένα και στο American Animals), γίνεται σαφές στον εαυτό σου ότι εν τέλει τρομάζεις με το φυσικό στοίχειωμα της σειράς, όχι με το υπερφυσικό. Ο τρόμος, δηλαδή, αναπνέει διακριτικά μέσα στον τρόπο που μιλάνε, κοιτιούνται, εξομολογούνται και αποκρύπτουν μυστικά τα μέλη της οικογένειας – έτσι ώστε η παρουσία του υπερφυσικού να καταλήγει εν τέλει να λειτουργεί σχεδόν ανακουφιστικά, σαν φανταστική νότα που επαναφέρει την δυσπιστία μπρος στην πνιγηρή αλήθεια του οικογενειακού δράματος, ακριβώς όπως λειτουργεί σε κλασικά family horror αριστουργήματα σαν το Rosemary’s Baby ή το Don’t Look Now, ή υπέροχες πρόσφατες ταινίες που επικοινωνούν μαζί τους, όπως το φετινό Hereditary.

Το The Haunting of Hill House, τελικά, δεν φοβάται να γίνει μελοδραματικό – και καλά κάνει. Φροντίζει, όμως, να γίνει ουσιαστικά μελοδραματικό, να καταφέρει να βρει μια αληθινά απελευθερωτική δυναμική μέσα στο μελόδραμα. Τα καταφέρνει, ναι, γιατί δεν φοβάται να αντιμετωπίσει ευθέως τα ερωτήματα και τις συνέπειές τους. Όπως ακούμε και στην σειρά, το στοίχειωμα είναι αληθινό, κι υπάρχουν μπροστά σου μόνο δύο δρόμοι: ή υποτάσσεσαι ή το παλεύεις, δεν υπάρχει μέση οδός. Για να το παλέψουν, όμως, τα αδέρφια Crain δεν χρειάζεται να γίνουν  σώνει και ντε ήρωες. Χρειάζεται να μάθουν να φροντίζουν τους εαυτούς, να μάθουν να φροντίζουν τους άλλους, να μάθουν να φροντίζουν την ανθρωπιά τους. Είναι δύσκολο, γιατί τα φαντάσματα δεν είναι μόνο ισχυρά, αλλά και υπερβολικά οικεία. Θέλει καρδιά, θέλει στομάχι – κι η σειρά τα έχει και τα δύο.

Best of internet