Τελικά ο Eminem είναι ακόμα βασιλιάς ή ο θείος που θα κάτσει με την νεολαία;

Το Kamikaze είναι ο δέκατος δίσκος του Slim Shady, ούτε αυτό όμως ήταν αρκετό για να σώσει το φετινό καλοκαίρι

Mr. M

6 Σεπτεμβρίου 2018

Η δεκαετία του 2000 είναι αναμφισβήτητα από τις κομβικότερες στην ιστορία του hip-hop. Η επίδραση της χρυσής εποχής και των ‘90s, αν και υπαρκτή ακόμα, έχει αρχίσει να ξεθωριάζει. Η λεγόμενη bling-bling era, η κομπορρημοσύνη δηλαδή για τα φράγκα, έρχεται δυναμικά στο προσκήνιο στρώνοντας το δρόμο για τη φάση που βρίσκεται το mainstream rap από τις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε. Πολύ περισσότερο όμως τα ‘00s ήταν δεκαετία γιγάντων. Ήταν η περίοδος που σμιλεύτηκαν τα περισσότερα σύγχρονα μουσικά μεγαθήρια του είδους, που ανέβηκαν στην κορυφή των charts, στις καρδιές (και τις τσέπες) των fans και ατσάλωσαν το όνομά τους στο παιχνίδι. Ο Eminem είναι πιθανότατα ο επιδραστικότερος ρππερ αυτής της δεκαετίας, κάτι καθόλου αμελητέο.

Ο B-Rabbit στιγμάτισε τα παιδικά χρόνια πολλών από εμάς, πόσο μάλλον όσων είχαν ήδη μέσα τους μια hip-hop προδιάθεση. Τα κλασσικά hitακια του εξακολουθούν να παίζονται μέχρι σήμερα, ακόμα και στα απάλευτα πανεπιστημιακά πάρτι που καταλήγουμε για τις φθηνές μπύρες στις δύσκολες μέρες του μήνα. Δίσκοι σαν το MMLP και το Eminem Show, το νοσταλγικό προ-youtube spotify καιρό που τα δισκάδικα δεν έκλειναν το ένα μετά το άλλο, ήταν στην κορυφή στις λίστες αγορών. Μπορεί να κοπανιόμασταν τότε με τις μπιτάρες του Dre, το σύνολο της δουλειάς του όμως το εκτιμήσαμε όταν μεγαλώσαμε, μάθαμε αγγλικά και μπορέσαμε να συνειδητοποιήσουμε το τεχνικό και λεξιλογικό του μεγαλείο. Οπότε και διακρίναμε πόσο ευθυγραμμισμένος με την πραγματικότητα ήταν ο στίχος “See, I’m a poet to some, a regular modern-day Shakespeare”. Και τότε ήταν σαν να συστηθήκαμε για δεύτερη φορά στη μουσική του.

Τα χρόνια βέβαια περάσαν, το hip-hop άρχισε να προχωρά και να εξελίσσεται ταχύτατα και ποικιλότροπα, το mainstream απέκτησε διαφορετικό κέντρο βάρους, τα social media έγιναν αναπόσταστο κομμάτι ακόμα και στα politics του ίδιου του είδους. Μέσα σε όλες αυτές τις εξελίξεις ο Shady δεν κατάφερε να ανταποκριθεί. Παρ’ όλη την πεντάχρονη δισκογραφική του απουσία που ακολούθησε το διχαστικό για κριτικούς και fans Encore και την επιστροφή με το εξαιρετικά ενδιαφέρον Relapse, η δεκαετία των ‘10s τον βρήκε να παλεύει με το relevance. Το Recovery τον αμέσως επόμενο χρόνο ήταν τουλάχιστον απογοητευτικό, με τα singles και μόνο να είναι πιο cringe κι από το breakdance του Λεωνίδα στο Δέκα Λεπτά Κήρυγμα. Εν τέλει προσπάθησε να σώσει τα σπασμένα κυκλοφορώντας το sequel του magnum opus του, MMLP2, εγχείρημα που ήταν πάνω κάτω σαν το Ρίμα Για Χρήμα 2. Όχι πως δεν ακούγεται και καθόλου δηλαδή, αλλά το 80% το έχεις ξεχάσει ήδη τις επόμενες ώρες. Το αποκορύφωμα όμως ήταν με το περσινό Revival, που αντικειμενικά είναι και ο πιο αδύναμος δίσκος του. Πόλωσε δισκοκριτικούς και ακροατές, με τις θετικότερες κριτικές πολύ συχνά να περιορίζονται σε ένα “ντάξει μωρέ, δεν είναι και τοοοσο άσχημος”.

Το backlash ήταν τεράστιο, πράγμα που απ’ ότι φαίνεται νευρίασε τον Mathers. Τον νευρίασε μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να δουλέψει στα κρυφά τον επόμενο δίσκο του, να βγάλει από την κατάψυξη τον Slim Shady,  να ξεκλειδώσει τον Dre από το υπόγειο και να απελευθερώσει δηλητήριο (pun intended) προς πάσα κατεύθυνση. Το concept του Kamikaze γνώριζε και ο ίδιος πως ήταν παρακινδυνευμένο, κάτι που φανερώνουν τόσο ο τίτλος του δίσκου και το ομώνυμο track όπου παρομοιάζεται ο εαυτός του με καμικάζι ο οποίος ρισκάρει -αντί για τη ζωή του- την καριέρα του, όσο και τα δυο skits με συνομιλίες με τον manager του Paul Rosenberg. Μια πρώτη γεύση για το ύφος του δίσκου πήραμε από το artwork του, το οποίο αποτελεί φόρο τιμής στο Licensed To Ill των Beastie Boys, οπότε προετοιμαστήκαμε για μια “πιστή στις ρίζες” θεματολογία.

Εδώ, λοιπόν, ο Em βάζει στο στόχαστρο τους πάντες. Κυριολεκτικά, τους πάντες. Από τους mumble rappers, μέχρι τον Donald Trump. Στο επίκεντρο όμως, φυσικά, βρέθηκαν όσοι απογοητεύτηκαν από το Revival. Είτε αυτοί είναι οι fans, είτε μουσικές ιστοσελίδες (βλέπε Pitchfork), είτε παρουσιαστές (βλέπε Charlamagne tha God), είτε ακόμη και labelmates (βλέπε Joe Budden). Κάτι τέτοιο εξαρχής κάνει τον δίσκο προβληματικό και αναδεικνύει ευθέως τις αδυναμίες του. Βλέπουμε έναν παιδικό μουσικό μας ήρωα στη θέση ενός διάττοντα αστέρα, να αντιδρά γεροξεκούτικα στο γεγονός πως τα χρόνια τον ξεπεράσαν, οι core ακροατές του έχουν ενηλικιωθεί πλήρως, οι σύγχρονες γενιές γαλουχούνται σε ένα διαφορετικό μουσικό περιβάλλον όπου –δυστυχώς ή ευτυχώς- ο ίδιος δεν κατάφερε να είναι παρόν με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η σύνδεση τους με τη μουσική του. Και αντί να συμβιβαστεί με αυτό το γεγονός ή να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα μπορούσε να καταφέρει μια αισθητή επιστροφή, με αντιδραστικό τρόπο κατεβάζει ασταμάτητα καντήλια.

Όμως διάολε, ξέρει να το κάνει τόσο καλά. Η χολή του περιλαμβάνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που αρχήθεν μας έκαναν να αγαπήσουμε –και να μισήσουμε- τον Slim Shady. Ειρωνεία, χιούμορ, έντονα rhyme schemes και μακροσκελή wordplays, αλλά και ομοφοβία και σεξισμός. Κομμάτια σαν το The Ringer και το Fall είναι παραδείγματα παραδοσιακής Shady στιχουργικής, πράγμα εντυπωσιακό για το πόσο αιχμηρή παραμένει στα 45 του χρόνια. Δυστυχώς όμως δεν ήταν αρκετά για ένα συνολικό καλό αποτέλεσμα. Όσες διασκεδαστικές ατάκες και αν είχε, που είχε πολλές, η κούραση της επαναλαμβανόμενης γκρίνιας για την αποδοκιμασία του Revival και την νέα φουρνιά εμσίδων, το παραγωγικό σκέλος που παρά το δυνατό line up στρατολογούμενων παραγωγών ήταν απλώς average, αλλά και τα filler ερωτοτράγουδα είναι αρνητικά που δεν προσπερνιούνται. Ειδικότερα όταν γνωρίζουμε το potential του ως καλλιτέχνη. Πυροδοτεί ωστόσο δύο σημαντικές συζητήσεις. Τα diss από rap moguls και σύγχρονους νοσταλγούς της παλιάς σχολής προς τους mumble rappers και κατά πόσο είναι ηθικό κάτι τέτοιο από τη μία και από την άλλη το φαινόμενο των ιερών αγελάδων.

Είναι στενάχωρο να βλέπεις έναν από τους αγαπημένους σου ράπερς να παιδιαρίζει απέναντι στα relevant ονόματα της δεκαετίας επειδή δεν θέλει να αποδεχτεί πως το reign του έχει περάσει. Είναι στενάχωρο κατά βάση γιατί οι mumble rappers είναι ένας πανεύκολος στόχος. Το κέντρο βάρους στην περίπτωσή τους έχει μεταφερθεί από τους MCs στους παραγωγούς, οι οποίοι είναι και αυτοί που ομολογουμένως κουβαλάνε, καθώς οι πρώτοι πλέον παίζουν το ρόλο του hypeman ακόμα και στα ίδια τους τα κομμάτια. Το στιχουργικό σκέλος δεν παίζει ουσιαστικό ρόλο, πέρα από πιασάρικα hooks και δεύτερες. Το mumble rap πάρα ορισμένες μουσικές καινοτομίες που έχει προσφέρει και έχει περιθώριο να προσφέρει ακόμα, είναι στη βάση του ένα ανοιχτό πεδίο επενδύσεων. Δεν παίζουν ιδιαίτερο ρόλο η κουλτούρα και η τέχνη θα λέγαμε, το παιχνίδι αντιθέτως παίζεται από τις εταιρείες και τα παρασκηνιακά deals που έχει ο κάθε ράππερ με αυτές . Είναι μεν στρουθοκαμηλισμός η αποστροφή προς την επιφανειακή mumble θεματολογία που περιορίζεται στο τι και πόσα networth, αμάξια και υλικά αγαθά έχει ο εκάστοτε ράπερ –μιας και αυτά είναι κομμάτι της θεματολογίας μιας πλειοψηφικής μερίδας του rap από τις εποχές του ’90-, από την άλλη βέβαια είναι και πέρα για πέρα δικαιολογημένο. Γιατί μπορεί να καταπιανόταν από παρόμοια θέματα, γινόταν όμως με πιο λυρικό και έντεχνο τρόπο από το σημερινό. Πέραν του επιμυθίου δηλαδή, δεν υπάρχει κανένα κοινό μεταξύ του Dead Presidents λ.χ. με το Gucci Gang.  Γι’ αυτό είναι δυσάρεστο να βλέπεις τον Eminem να αναλώνεται σε τέτοιου είδους beef. Γιατί δεν είναι ίδιας κατηγορίας, δεν παίζουν στο ίδιο πρωτάθλημα. Με τη μόνη διαφορά πως οι δεύτεροι έχουν την σύγχρονη πραγματικότητα με το μέρος τους, το οποίο είναι καθοριστικής σημασίας.

Το άλλο ζήτημα είναι οι ιερές αγελάδες. Ο Lil Xan μπορεί να είναι μια ατάλαντη αηδία, οι αντιδράσεις που ακολούθησαν όμως τη δήλωσή του πως θεωρεί τον 2Pac βαρετό φανέρωσαν και τα όρια που δυστυχώς έχει συχνά πυκνά το ραπ. Ο συντηρητισμός του απαραβίαστου σεβασμού σε όσους το έκαναν πρώτα είναι θρασύς ευνουχισμός της στιχουργικής, μουσικής και συνειδησιακής εξέλιξης εντός του είδους. Μπορεί σαν φαινόμενο όσο περνάνε οι γενιές και χάνεται η σύνδεση με τις χρυσές δεκαετίες να ξεπερνιέται (γεγονός που εγκυμονεί άλλους κινδύνους για τη σύσταση της ίδιας της κουλτούρας, αλλά αυτό δυστυχώς δεν μπορεί αναλυθεί περαιτέρω στο παρόν άρθρο), μέχρι στιγμής όμως παραμένει ακμαιότατο. Ασχολήθηκε μάλιστα και ο ίδιος ο Eminem στον εν λόγω δίσκο με αυτό, καθώς μία από τις κατηγορίες του προς τους mumble rappers είναι η άγνοια τους για το παρελθόν. Οφείλουμε σε αυτό το σημείο να συνειδητοποιήσουμε κάποια γεγονότα. Το hip-hop περνάει την 4η δεκαετία του. Αυτή το βρίσκει στην κορυφή των charts και στην πλήρη εμπορευματοποίησή του.

Η σύστασή του ως κουλτούρα μπορεί να μην έχει εξαφανιστεί, έχει συρρικνωθεί αισθητά όμως σε σύγκριση με τα ‘90s. Τα κορυφαία mainstream ονόματα στην παρούσα φάση είναι γεννημένα κατά μέσο όρο από το ‘95 και μετά, άρα μεγαλωμένα σε μια διαφορετική μουσική πραγματικότητα. Η προσέγγισή τους συνεπώς αναπόφευκτα θα είναι διαφορετική. Δεδομένου αυτού με ασφάλεια συμπεραίνουμε πως είναι οριακά ελιτίστικη η απαίτηση για όποιον ασχολείται (είτε ως καλλιτέχνης, είτε ως ακροατής) να είναι hip-hop nerd με βαθιά γνώση και κατανόηση της κοινωνιολογίας και της ιστορικής πορείας του είδους, αλλά και πουριτανισμός η –αυθαίρετη- διάκριση του hip-hop σε αληθινό και ψεύτικο, όπου το πρώτο ανταποκρίνεται (ολογράφως ανακυκλώνεται) στις παραδόσεις του παρελθόντος και το δεύτερο ακολουθεί διαφορετική κατεύθυνση. Είναι διαφορετική συζήτηση δηλαδή τι σημαίνει για το hip-hop η βιομηχανοποίησή του και το πως στραγγίχτηκε η επικινδυνότητα και το conscience του για το μονοπωλιακό κέρδος και διαφορετικό το “πλέον δεν το κάνουν όπως παλιά”. Αν ψάχνουμε κάπου τις αιτίες για την κατάσταση που βρίσκεται το hip-hop σήμερα θα πρέπει να τις ψάξουμε στην εμπορευματοποίηση, στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και πως αντανακλώνται αυτές στην τέχνη, πάρα σε “ψεύτικους” ραπ καλλιτέχνες.

Κλείνοντας μιας και μακρηγόρησα ήδη αρκετά, το Kamikaze ήταν μία ακόμα μέτρια προσπάθεια που δεν θα καταφέρει να τον βάλει εκ νέου σε τροχιά. Η σημασία παρ’ όλα αυτά του δίσκου έγκειται στο ότι αναθέρμανε στη μνήμη μας κάτι σημαντικό. Τη σχέση που έχουμε οι fans του Eminem με τον ίδιο και τη μουσική του. Μια σχέση δηλαδή απόλυτα σαδιστική, στα όρια της τοξικότητας. Ο λόγος που το Kamikaze μέχρι στιγμής έχει ενθουσιάσει μαζικά τους ακροατές είναι γιατί επαναφέρει στο προσκήνιο το σπουδαιότερο δημιούργημα του Eminem. Τον Slim Shady. Ο Shady όμως ταυτόχρονα, ως alter-ego, είναι ταυτισμένος με τη σκοτεινότερη περίοδο της ζωής του. Εθισμός σε συνταγογραφούμενα και παρολίγον θάνατος από overdose, ανεξέλεγκτα νεύρα και μίσος από τις παιδικές και μετέπειτα ερωτικές εμπειρίες του, θάνατος του κολλητού του, άφθονος σεξισμός και ομοφοβία. Και εμείς τρεφόμασταν από αυτό, μέχρι που αποφάσισε να βάλει αυτή την περσόνα στον πάγο και να ακολουθήσει διαφορετικά μονοπάτια, όπου και τον αποκαθηλώσαμε εν μέρει.

Όχι τελείως άδικα φυσικά μιας και το υλικό που κυκλοφόρησε τα τελευταία χρόνια ήταν στην καλύτερη νερόβραστο με κάποιες στιγμές διαύγειας, νοσταλγούσαμε όμως τον παλιό Eminem (γεγονός από το οποίο επίσης καταπιάνεται στο δίσκο). Και τώρα που ξαναφόρεσε την κάπα του σούπερ-κάφρου αθυρόστομου, καυλώσαμε χαρήκαμε. Μπορεί να λειτουργεί ανασταλτικά αυτή η προσδοκία για τη δημιουργική πρόοδο του καλλιτέχνη, αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε. Όσο και αν ψάχνει εξιλαστήρια θύματα δεξιά και αριστερά ο κατήφορος της καριέρας του είναι ευθύνη του ίδιου πάνω απ’ όλα. Όσο απεγνωσμένα κι αν προσπαθεί να γαντζωθεί από κάποιο κλαδί για να το αποτρέψει, είτε το κλαδί αυτό ονομάζεται mumble rap, είτε Donald Trump, είτε Odd Future, δεν πρόκεται να σταματήσει. Δεν έχουμε ανάγκη ούτε έναν Eminem που κυκλοφορεί μουσική απλά γιατί πρέπει, αλλά ούτε και έναν αναμασημένο Slim Shady. Θέλουμε τον Eminem που έχει λόγο να παράγει μουσική και που θα καθρεπτίζεται αυτό στα κομμάτια του. Εάν πλέον δεν υπάρχει κάποιος τέτοιος λόγος, τότε ας σταματήσει να γκρινιάζει όταν δεν αποθεώνουμε τις δουλειές του ή ας πετάει μετρημένα tracks ανά χρόνο, τύπου Campaign Speech, για να υπενθυμίζει ότι παρόμοια μπάλα με τις συλλαβές δύσκολα θα ξαναπαίξει κάποιος.

Best of internet