Κάθε ταινία είναι μια εξέγερση: 12 υποψήφιοι για τα Βραβεία Ίρις διαλέγουν την αγαπημένη τους ελληνική ταινία

Τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου έρχονται σύντομα, αλλά στο μεταξύ οι υποψήφιες ταινίες ετοιμάζονται για ειδικές θερινές προβολές

Το ότι το ελληνικό σινεμά είναι μια ταλαιπωρημένη υπόθεση είναι μια κοινοτοπία. Όπως κάθε κοινοτοπία, όμως, έτσι κι αυτή κρύβει μέσα της πολλά χρόνια συσσωρευμένης εμπειρίας κόπου, πόνου, χαράς, ματαίωσης κι ελπίδας – όλα αυτά που έπειτα στριμώχνονται και στρογγυλεύονται ώστε να χωρέσουν μέσα σε μια κλισέ φράση. Το να αναζητήσεις και να αναδείξεις την αλήθεια που υπάρχει μέσα στο κλισέ, βέβαια, είναι μια σημαντική υπόθεση, ειδικά αν θέλεις να πας πέρα από την κοινοτοπία, δηλαδή αν θέλεις να ξεκινήσεις ουσιαστικές συζητήσεις και να ψηλαφήσεις πραγματικές αλλαγές. Δεν ξέρω, αλλά ίσως κάτι τέτοιο να είχαν στο μυαλό τους (στο μπροστά ή πίσω μέρος), οι άνθρωποι της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου όταν διάλεξαν ως κεντρικό σύνθημα των φετινών 12ων Βραβείων Ίρις το «Κάθε Ταινία Είναι Μια Εξέγερση». Ακούγεται κάπως υπερβολικό, πράγματι, γιατί η ίδια η εξέγερση άλλωστε είναι κάτι που δυσφορεί μέσα στα μότο των θεσμών, αλλά θα ήταν ψέματα αν λέγαμε ότι δεν βρίσκουμε μια κάποια αλήθεια μέσα σε αυτό το σύνθημα. Αν θες να κάνεις σινεμά στην Ελλάδα, με όρους στοιχειώδους ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας, ε, θα περάσεις δύσκολα. Και θα χρειαστεί να κάνεις υπερβάσεις.

Το καλό βέβαια είναι ότι, συνεχίζοντας αυτήν την μεταφορά, οι εξεγέρσεις έχουν έναν τρόπο να αλλάζουν τα πράγματα στην πράξη, χωρίς να περιμένουν άδεια ή έγκριση, συχνά με τρόπο που μοιάζει υπόγειος ή αόρατος, μέχρι να εκραγεί. Μ’ αυτήν την έννοια, αν ρίξουμε μια ματιά στις υποψηφιότητες των Βραβείων Ίρις που ανακοίνωσε μέσα στην άνοιξη η Ακαδημία, τότε θα βρούμε πραγματικά πολλές ελληνικές ταινίες που, κόντρα στις αντικειμενικές αντιξοότητες (οξυμένες από την παραδοσιακά προβληματική κρατική πολιτική) και τις υποκειμενικές δυσκολίες (οξυμένες κι αυτές από την αποσπασματική κινηματογραφική κουλτούρα και θρυμματισμένη δημόσια σφαίρα δημιουργών, κοινού και κριτικής), αποτελούν αληθινά αξιόλογα κι απολαυστικά έργα τέχνης. Μέσα σε μια χρονιά που η κινηματογραφική ζωή, σε επίπεδο παραγωγής/κατανάλωσης αλλά και κοινωνικότητας, μπήκε στον πάγο, όσοι κι όσες παρακολουθήσαμε το ελληνικό σινεμά μέσα από τα (κατά κύριο λόγο ψηφιακά) εγχώρια φεστιβάλ του προηγούμενου διαστήματος ξέραμε πως υπάρχουν αρκετές νέες ντόπιες ταινίες που αξίζουν και πρέπει να βρουν το κοινό τους.

Ε, τώρα είναι η ευκαιρία να βρουν αυτό το κοινό. Με τα θερινά σινεμά να έχουν ανοίξει εδώ και δύο βδομάδες και κάμποσες από αυτές τις ταινίες να παίρνουν διανομή στις αίθουσες ήδη από αυτό το μήνα (ανάμεσά τους και τα Πρόστιμο, Μήλα και Digger για τα οποία έχουμε μιλήσει αναλυτικά), το κοινό θα έχει την δυνατότητα να ανακαλύψει και να στηρίξει τέτοια φιλμ – όχι χαριστικά ή από κάποια ντεμέκ εθνική υποχρέωση, αλλά γιατί το αξίζουν. Κι ενώ περιμένουμε τα Βραβεία Ίρις να απονεμηθούν στις 16 Ιουνίου σε μια τελετή που θα πραγματοποιηθεί στο θέατρο Άλσος, η Ακαδημία αποφάσισε να διοργανώσει μια σειρά προβολών των υποψηφίων ταινιών στο θερινό σινεμά Άνεσις από σήμερα 3 Ιουνίου έως και τις 9 Ιουνίου (αναλυτικές πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στο αντίστοιχο event). Με αφορμή αυτές τις προβολές, λοιπόν, είπαμε να απευθυνθούμε σε 12 υποψήφιους και υποψήφιες των βραβείων από διάφορες κατηγορίες με το ερώτημα ποια είναι η αγαπημένη τους ελληνική ταινία. Προς μεγάλη μας χαρά, εκείνοι μας απάντησαν – και το τι μας είπαν μπορείτε να το διαβάσετε παρακάτω:

Αντώνης Κοτζιάς | υποψήφιος για το Βραβείο Ειδικών Εφφέ και Οπτικών Εφφέ με την ταινία Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Όπως όλοι μας, έτσι και εγώ θυμάμαι πού ήμουν και τι ακριβώς έκανα σε στιγμές όπως στον σεισμό του 1999, στίς επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, στο γνωστό δημοψήφισμα κλπ.
Μια από αυτές τις στιγμές ήταν όταν είδα για πρώτη φορά το Σπιρτόκουτο.
Ήμουν με κομμένη την ανάσα μέχρι το τέλος. Όταν τελείωσε επικοινώνησα με φίλους και γνωστούς να ρωτήσω τι είναι αυτό που είδα, ποιος είναι αυτός ο Οικονομίδης κλπ.
Ένας από τους σπουδαιότερους παραγωγούς του κινηματογράφου στην χώρα μας, αλλά και παγκοσμίως, μου είχε εκμυστηρευτεί σε ανύποπτο χρόνο μια παρόμοια εμπειρία με το συγκεκριμένο έργο. Όπως και για εκείνον, έτσι και για μένα αυτή η ταινία ήταν το εφαλτήριο να επαναπροσεγγίσω, να αγαπήσω εκ νέου και να εμπλακώ στο ελληνικό σινεμά.

Ιωάννα Λυγίζου | υποψήφια για το Βραβείο Σχεδιασμού Μακιγιάζ, Κομμώσεων και Ειδικών Εφφέ με την ταινία Digger

Προβληματίστηκα πολύ, γιατί δεν είμαι άνθρωπος της λίστας και του top 10. Κάθε ταινία που αγαπώ, την αγαπώ για τους δικούς της λόγους και κάθε εποχή του ελληνικού κινηματογράφου έχει τα δικά της διαμαντάκια.
Αλλά αφού το ζητούμενο είναι μία ταινία, θα ξεχωρίσω τους Απέναντι (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου. Και για την ταινία αυτή καθ’ αυτή, και για την καλοκαιρινή αθηναϊκή ατμόσφαιρα, και για τον ιδιαίτερο πρωταγωνιστή της τον Άρη Ρέτσο (σοκ στα παιδικά μου μάτια). Αλλά κυρίως, γιατί όταν την είδα σε παιδική ηλικία κατάλαβα ότι υπάρχει κ ένας άλλος ελληνικός κινηματογράφος, εκτός του παλιού, που βλέπαμε στις τηλεοράσεις μας. Δεν την έχω δει ποτέ στο σινεμά, δυστυχώς. Ήταν από τις ταινίες που νοικιάζαμε κατ’ εξακολούθηση από το βίντεο κλαμπ.

The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης) | υποψήφιος για το Βραβείο Πρωτότυπης Μουσικής με την ταινία Μήλα

Ο Ντίνος Κατσουρίδης είναι για μένα ο σημαντικότερος κινηματογραφιστής που πέρασε απ’ τη χώρα μας. Σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και κυρίως φωτογράφος και μοντέρ. Ένας κινηματογραφιστής που δούλεψε από τις τρομερές κωμωδίες του Λογοθετίδη μέχρι και την Πρωινή Περίπολο του Νίκου Νικολαΐδη. Το Θαναση πάρε τ’ όπλο σου, μια υπόγεια κριτική της Χούντας γυρισμένη το 1972, είναι για μένα η καλύτερη ταινία που σκηνοθέτησε ποτέ. Μια ταινία που παίζει με την αισθητική της ασχήμιας, όπως έκανε και ο Δαμιανός με την Ευδοκία την ίδια περίοδο, βασισμένη στα πολύ ταιριαστά σκηνικά του Τάσου Ζωγράφου και στην ρεαλιστική φωτογραφία και κάμερα στο χέρι του Γιώργου Αρβανίτη. Ο Θανάσης Βέγγος ενώ διατηρεί τον χαρακτήρα του «Θανάση» για πρώτη φορά εδώ δοκιμάζει τον εαυτό του σε έναν ξεκάθαρα δραματικό ρόλο. Συγκλονιστικός όπως στις περισσότερες ερμηνείες του, εδώ λιγάκι παραπάνω στον καλύτερο ρόλο που έπαιξε ποτέ, οδηγεί την ταινία σε μια τελική σκηνή για την οποία χρειάζονται άλλες χίλιες λέξεις για να μιλήσεις μόνο για αυτή.

Σοφία Κόκκαλη | υποψήφια για το Βραβείο Β’ Γυναικείου Ρόλου με τις ταινίες Pari και Digger

Ο Ιωάννης ο Βίαιος της Τώνιας Μαρκετάκη μπήκε πρόσφατα στη λίστα των αγαπημένων μου ελληνικών ταινιών.
Ο Γιάννης φοβάται. Τον έξω κόσμο. Στον έξω κόσμο, όλοι ψάχνουν τον δολοφόνο μιας νεαρής γυναίκας.
Ο Γιάννης στο δωμάτιό του διαβάζει τις εφημερίδες.
Σιγά σιγά προετοιμάζεται. Δεν είναι δειλός. Θα παίξει αυτόν τον ρόλο.
Γίνεται ο σχιζοφρενής δολοφόνος και αποκτά κοινωνική ταυτότητα.

Bonus διάλογος απ’ την ταινία:

Γιάννης: Εγώ τη σκότωσα
ξαδέρφη του: Δε σε πιστεύω είσαι παραμυθάς
Γιάννης: Νόμιζα πως εσύ θα καταλάβαινες. Δεν βαρέθηκες να είσαι παρθένα;
ξαδέρφη του: Τί σχέση έχει αυτό;
Γιάννης: Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα

Δημοσθένης Παπαμάρκος | υποψήφιος για το Βραβείο Σεναρίου με την ταινία Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Δεν μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου πού και με ποιον ήμουν όταν πρωτοείδα την Αγέλαστο Πέτρα. Θυμάμαι μόνο πως ήταν κάποιο βράδυ του πρώτου χειμώνα μου στην Αθήνα ως πρωτοετή φοιτητή στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Επίσης, θυμάμαι πως είχα πάει να τη δω εν μέρει παρακινημένος από την μάλλον αφελή σκέψη πως λόγω θέματος αφορούσε αυτό που σπούδαζα, και άρα κατά κάποιον τρόπο ήταν υποχρέωσή μου. Σε καμία περίπτωση δεν ήμουν προετοιμασμένος για αυτό που τελικά παρακολούθησα. Παντελώς αδαής μέχρι τότε για την ύπαρξη άλλων ντοκιμαντέρ πλην αυτών τύπου BBC και National Geographic, δεν είναι καθόλου υπερβολή να πω πως η Αγέλαστος Πέτρα υπήρξε για μένα εμπειρία συγκλονιστική σε ένα επίπεδο βαθιά προσωπικό. Αφενός γιατί ήταν ένα ουσιαστικό “μάθημα” που πήρα για το τι μπορεί να είναι κινηματογράφος, αφετέρου, και ίσως πιο σημαντικό, γιατί ένιωσα πως η Αγέλαστος Πέτρα δεν ήταν μια ακόμα “φοβερή” ταινία, αλλά μια πληγή, ένα συμβάν ζωής που συνόψιζε με καθαρότητα σκέψεις προσωπικές και συναισθήματα που μέχρι τότε αγνοούσα πώς να προσεγγίσω. Σήμερα, είκοσι χρόνια αργότερα, η Αγέλαστος Πέτρα συνεχίζει να έχει για μένα το ίδιο βάρος, ίσως και μεγαλύτερο, αφού κατά κάποιον τρόπο η πραγματικότητα που μεσολάβησε επιβεβαίωσε τη δυστοπία, τις απαρχές της οποίας κατέγραφε η ταινία.

Χρήστος Καρτέρης | υποψήφιος για το Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους Τεκμηρίωσης (Ντοκιμαντέρ) με την ταινία Τεό, ο Γείτονας μου

Η αγαπημένη μου ελληνική ταινία έβερ είναι Βασιλιάς του Νίκου Γραμματικού, παραγωγή του 2002. Προσωπικά, θεωρώ την ταινία αυτή ένα αριστούργημα. Μου μίλησε μέσα στην καρδιά μου και μ’ επηρέασε βαθύτατα. Είναι το είδος του κινηματογράφου που θα ήθελα πολύ να κάνω. Η κινηματογραφική προσέγγιση της ταινίας είναι απλή, λιτή, ρεαλιστική και οι χαρακτήρες της με βάθος. Ο Βασιλιάς αποτελεί μια εξαιρετική περιγραφή και ταυτόχρονα καταγγελία της ελληνικής πραγματικότητας και νοοτροπίας στην ελληνική επαρχία (και όχι μόνο). Κάθε χαρακτήρας στην ταινία είναι επιλεγμένος πολύ προσεκτικά, και εκφράζει/συμβολίζει κάτι που όλοι μας έχουμε συναντήσει. Η ξενοφοβία, ο ρατσισμός, η μισαλλοδοξία, η διαφθορά και η βιαιότητα περνάνε μέσα από την προσεκτική, λεπτομερή και άρτια σκηνοθετική ματιά του Νίκου Γραμματικού. Η ταινία στέκεται πάνω σε σκληρές σχέσεις που δοκιμάζονται συνεχώς και τις αγγίζει με τρομερή ευαισθησία.

Γεύη Δημητρακοπούλου | υποψήφια για το Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους Τεκμηρίωσης (Ντοκιμαντέρ) με την ταινία This is Right; Zak Life and After

Αντί για αγαπημένη, θα πω την ταινία που μάλλον έχω δει περισσότερες φορές. Συνήθως όταν περνάω δύσκολα και χρειάζομαι κάποια κινηματογραφική συναισθηματική ασφάλεια, καταφεύγω στη Μικρά Αγγλία, σε σενάριο της Ιωάννας Καρυστιάνη και σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη. Απαγορευμένος complicated έρωτας, θάλασσα, έθιμα, μελό, γυναίκες μαζί, γυναίκες που κάνουν κουμάντα, και η προσωπικά αγαπημένη μου ελληνική σκηνή ανεξάντλητου πόνου. (μαζί με το ρίχτο ηλία σε σκηνή πόνου). (Ήμουν αναποφάσιστη αν θα έγραφα τη Μικρά Αγγλία ή τη Στρέλλα του Κούτρα, οπότε θα την αφήσω στην παρένθεση, γιατί την αγαπώ πολύ).

Ζακλίν Λέντζου | υποψήφια για το Βραβείο Ταινίας Μικρού Μήκους με την ταινία Το Τέλος του Πόνου (Μια Πρόταση)

Ανάμεσα στον ‘Φόβο’ και τη ‘Μανία’, πάντα θα κερδίζει το κορίτσι. Και αυτό που πρόδωσε, και αυτό που προδόθηκε. Ποτέ δε θα μάθει την αλήθεια. Μπορεί, σε τελική ανάλυση, να μην είχε ποτέ τη δική του μαμά.
Είναι λίγο η ξιπολησιά στο όνειρο, που μυρίζω το χώμα και τρομάζω όταν τη βλέπω στη λίμνη τη ρηχή. Είναι τα φτερά που μπλέκονται με τα νερά κιαροσκούρο οριακό, μονομιάς πιάνεις την καρδιά του να σιγουρευτείς ότι χτυπάει, γιατί αν δεν, μέλλον χλωμό.
Είναι το μάτι (της) το θολό, ο Πάνου και το μυαλό του, κάπου εκεί, θυμάσαι- λες και ήσουν εκεί!- τι καλή ήταν τότε η φούντα, ακόμα και οι μπάτσοι ήταν κομψοί, λες|
Μετά και συνέχεια και πάντα, ο Ρέτσος περιφέρει την πλάτη του. Εκεί μπερδεύει ή εγώ μπερδεύομαι- τι μανία θα ήταν, αν δεν –
σου λέει, ΔΕΝ είναι ψυχονοητικό το συγκεκριμένο υλικό κυρία μου, βαράει στο σώμα, γι’αυτό αρχίζεις και κουνάς το πόδι νευρικά. Γι’αυτό δεν κάθεσαι στα αβγά σου τόση ώρα.
Ποτάμια αστραφτερών συνδέσεων: να λέω λιγότερα, καθώς νιώθω περισσότερα, να λέω ευχαριστώ που το 85 έγινε αυτό εδώ, να χαίρομαι τις βόλτες του Εθνικού με τρίτους, σε κανέναν να μη ψιθυρίζω τι με έχει κάνει ο Πανουσόπουλος να σκέφτομαι, και να παρατηρώ πρώτη φορά σήμερα ότι ο τόνος στην μανία δεν είναι παρά η σελήνη η ίδια- και χαμογελάω πονηρά, (μεγάλη μας τιμή).

Γιάννης Κολόζης | υποψήφιος για το Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας Τεκμηρίωσης (Ντοκιμαντέρ) με την ταινία Ο Γιώργος του Κέδρου

Η Γλυκιά Συμμορία του Νίκου Νικολαΐδη είναι εδώ για να μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν άπειροι τρόποι για να ζήσουμε, σε κάθε γωνία κρύβονται επιλογές. Οι απόπειρες για μια πιο ελεύθερη ζωή συνδέονται άλλωστε συχνά με αυτό που ονομάζεται περιθώριο. Η Γλυκιά Συμμορία είναι μια παρέα ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με τον δικό τους τρόπο, ακόμα κι αν δεν είναι σίγουροι ποιος είναι αυτός, έστω κι αν το κόστος είναι η ίδια τους η ζωή. Είναι σαν να άφησαν τους παιδικούς τους εαυτούς να κυριαρχήσουν πάνω στα ενήλικα σώματά τους και όλα είναι ένα παιχνίδι στο οποίο τα πάντα είναι σοβαρά και κωμικά ταυτόχρονα. Και τι θα μπορούσε να είναι χειρότερο από τη φωνή που τους διατάζει να σταματήσουν να παίζουν.

Φωκίων Μπόγρης | υποψήφιος για το Βραβείο Μεγάλου Μήκους Ταινίας Μυθοπλασίας με την ταινία Πρόστιμο

Η πρώτη ταινία του «Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου» που αγάπησα ήταν ο Βασιλιάς του Νίκου Γραμματικού. Στις αρχές των 00s είχα μία δυσπιστία απέναντι στο ελληνικό σινεμά, ένας φίλος όμως με πίεσε να δούμε την ταινία – και τον ευχαριστώ που το έκανε. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση βέβαια, ήταν η τεράστια ερμηνεία του Βαγγέλη Μουρίκη. Σκέφτηκα «επιτέλους ένας πρωταγωνιστής που θα μπορούσε να στέκεται με άνεση δίπλα στους μεγάλους ερμηνευτές του εξωτερικού». Όπως δεν μπορεί κανείς να αντισταθεί σε μία τέτοια ερμηνεία, άλλο τόσο δεν μπορεί να αδιαφορήσει και για την ιστορία: Ο Βαγγέλης Φαρμακόρης είναι ένας outcast, ένας ξένος σε ξένη γή. Έχει καταφύγει στο χωριό του παππού του, σε μία προσπάθεια να μείνει μακριά από τα μπλεξίματα και τις κακοτοπιές της μεγάλης πόλης. Οι χωρικοί τον βλέπουν ως απειλή – είναι και ο ίδιος λίγο ευέξαπτος και αντικοινωνικός χαρακτήρας. Η σύγκρουση δεν αργεί να έρθει. Με συγκινεί αυτή η ιστορία και αυτός ο ήρωας, ίσως επειδή έχω νιώσει κι εγω outcast στο παρελθόν. Το πιστεύω πως πρόκειται για την σημαντικότερη ελληνική ταινία, από τότε μέχρι και σήμερα. Καμία άλλη ταινία δεν έχει μιλήσει για την Ελλάδα και για την ελληνική επαρχία με αυτου του είδους την αμεσότητα.

Γιάννης Οικονομίδης | υποψήφιος για τα Βραβεία Σεναρίου, Σκηνοθεσίας και Μεγάλου Μήκους Ταινίας Μυθοπλασίας με την ταινία Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Είναι κάποιες ταινίες που τις βλέπεις μέσα στο χρόνο του ελληνικού σινεμά, από το ξεκίνημα μέχρι το μεγάλωμα, σε μια εποχή που υπήρχανε λίγα πράγματα διαθέσιμα. Δεν υπήρχε πληροφορία, δεν υπήρχε παιδεία, οι ταινίες ήταν φτωχικές, όπως ήταν φτωχή κι η κοινωνία. Ήταν δύσκολες εποχές. Υπήρχε το εμπορικό σινεμά, ο Φίνος, που ήταν το καθεστώς, ας πούμε. Εκείνη την περίοδο όμως βλέπεις και κάποιες ταινίες κάποιων σκηνοθετών οι οποίες είναι εντυπωσιακά ολοκληρωμένες σε ένα επίπεδο γλώσσας, αρτιότητας και ματιάς. Τέτοιες ταινίες για μένα είναι ο Ιωάννης ο Βίαιος της Μαρκετάκη, η Ευδοκία του Δαμιανού, η Αναπαράσταση του Αγγελόπουλου, το Με τη Λάμψη στα Μάτια του Γλυκοφρύδη, ο Φόβος του Μανουσάκη κι οι Βοσκοί του Παπατάκη. Αν το ελληνικό σινεμά συνέχιζε στη γραμμή αυτών των ταινιών, τώρα θα ήμασταν πολύ μπροστά.

Τζώρτζης Γρηγοράκης | υποψήφιος για τα Βραβεία Σεναρίου, Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και Σκηνοθεσίας με την ταινία Digger

Δεν μου έρχεται μόνο μια αγαπημένη. Από παλιά μου άρεσαν οι ταινίες του Νικολαΐδη και του Γραμματικού. Μετά το 2009 ήρθαν ρηξικέλευθες κινηματογραφικές εκπλήξεις: Κυνόδοντας, Στρέλλα, Μαχαιροβγάλτης, Attenberg. Σκηνοθέτες με διαφορετική προσέγγιση ο καθένας, με ιδιαίτερες κινηματογραφικές προτάσεις που έκαναν διεθνείς διαδρομές. Έφτιαξαν ταινίες που δημιούργησαν δικούς τους κόσμους, που η ατμόσφαιρά τους σε μαγνητίζει και σε αιχμαλωτίζει, έχοντας μια ψυχαναλυτικά διεισδυτική και ενδοσκοπική ματιά στους χαρακτήρες. Ταινίες γροθιά στο στομάχι, με δύσκολα θέματα που εκφράζονται με ιστορίες που φανερώνουν και κρύβουν διαφορετικά επίπεδα αφήγησης. Με αυτοπεποίθηση, τσαμπουκά και προσωπική αισθητική. Άφησαν ιστορία, εξέλιξαν το ελληνικό σινεμά και ενέπνευσαν τους νεότερους.

Best of internet