Little Women: Η Greta Gerwig παίρνει μικρές κυρίες και τις κάνει μεγάλες ταινίες

Αν πούμε ότι δεν την αγαπάμε, θα πούμε ψέματα

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

11 Φεβρουαρίου 2020

Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε, ας είμαστε ειλικρινείς. Η πρώτη μου επαφή με το Little Women της Louisa May Alcott ήταν εκείνο το επεισόδιο από τα Friends όπου το διαβάζει ο Joey. Λίγο αργότερα, είδα και την κλασική μεσημέρι-Κυριακής-στα-90s ταινία με την Winona Ryder, αλλά εκείνη η πρώτη συνάντηση μέσω των Φιλαρακίων ήταν κομβική. Και όχι, δεν το χρησιμοποιώ εδώ σαν εύκολο pop culture reference, θα εξηγήσω τι εννοώ. Αν θυμάστε (που σίγουρα θυμάστε δηλαδή), σε εκείνο το επεισόδιο ο Joey κι η Rachel ανταλλάσσουν βιβλία. Εκείνη παίρνει την Λάμψη του Stephen King κι εκείνος τις Μικρές Κυρίες. Ως άνδρας, αρχικά χλευάζει το γυναικείο/κοριτσίστικο θέμα του βιβλίου. Γρήγορα όμως ανακαλύπτει μια συναισθηματική σύνδεση με τους χαρακτήρες του βιβλίου, η οποία τον συνταράσσει βαθιά.

Καθώς κοντεύει να φτάσει στο τέλος του, και χρησιμοποιώντας ως μεταφορά των φόβο του για τα unhappy endings, ο Joey έρχεται αντιμέτωπος με την γυναικεία πλευρά του. Θα αφήσει το συναίσθημα να εισχωρήσει; Θα αφεθεί στην τρυφερότητα; Θα αγκαλιάσει την ευαισθησία; Ο φόβος τελικά κερδίζει, η αρρενωπότητα παίρνει ξανά το πάνω χέρι, ο Joey διστάζει να φτάσει το βιβλίο μέχρι το τέλος κι έτσι το κλείνει μέσα στην κατάψυξη: ένα ψυχρό και σκοτεινό μέρος απ’ όπου δεν μπορεί να του κάνει πια κακό. Ξανά, η μεταφορά είναι εκκωφαντική. Αυτό το επεισόδιο, λοιπόν, ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι τον εαυτό μου να έρχεται σε επαφή με την πρόκληση να ανακαλύψεις και να σχετιστείς με την γυναικεία γραφή από αγορίστικη σκοπιά. Ευχαριστώ, Friends.

Το σύγχρονο Little Women από την άλλη, το οποίο κυκλοφόρησε την περασμένη βδομάδα στα σινεμά, έχει ως δημιουργό την Greta Gerwig. Για τους μύστες και τις μύστισσες, αυτό το όνομα είναι αρκετό ώστε  να μπουν με κλειστά μάτια στην σκοτεινή αίθουσα. Πράγματι, η Greta Gerwig είναι εγγύηση πλέον. Κι όχι μόνο είναι εγγύηση, αλλά είναι επίσης και το αγαπημένο μου προσωπικό success story όσον αφορά το Hollywood της τελευταίας δεκαετίας. H Gerwig ξεκίνησε στα 00s ως mumblecore queen κι έμοιαζε ήδη προορισμένη να γίνει το νέο indie it girl μετά την Chloe Sevigny. Η πορεία της στο αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια με την ίδια να αναδεικνύεται επίσης σε συν-σεναριογράφο των ταινιών που έφτιαχναν με τον Noah Baumbach (αγαπημένο Hollywood ζευγάρι χρόνια τώρα), με αποκορύφωμα βέβαια το τρομερό Frances Ha. Από εκεί, η Gerwig έγινε παρά λίγο τηλεοπτική star αφού είχε προσληφθεί για το γυναικείου spinoff του How I Met Your Mother, το οποίο (ευτυχώς) ακυρώθηκε. Κι ενώ θεωρητικά αυτή η τηλεοπτική αποτυχία ήταν κάτι που θεωρητικά θα μπορούσε να την ανακόψει, εκείνη κάνει το solo της σκηνοθετικό και σεναριακό ντεμπούτο με το Lady Bird της ανεξάρτητης Α24 κι έκτοτε εξελίσσεται σε μια από τις πιο περιζήτητες γυναίκες σκηνοθέτιδες του μοντέρνου Hollywood. Όχι άσχημα, καθόλου άσχημα.

Νομίζω ότι η Gerwig, λοιπόν, καλύπτει μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση στην σύγχρονη αμερικάνικη κινηματογραφία. Από τη μία πλευρά, είναι φυσικά τμήμα μιας δυναμικής που διεκδικεί μια γυναικεία γραφή κι ένα γυναικείο βλέμμα στο μαζικό αμερικάνικο σινεμά – μια αυθεντική γυναικεία καλλιτεχνική αυτονομία που πηγάζει από την ειλικρίνεια, την ευαισθησία αλλά και την σκληρότητα απέναντι στο παρελθόν, τον εαυτό και το συναίσθημα. Ταυτόχρονα, μαζί με τον προαναφερθέν Baumbach (ως κλασικά παιδιά του Woody Allen, του Hal Hartley και του Whit Stillman), αποτελούν δύο ικανότατους σύγχρονους ανατόμους της αμερικάνικης μεσαίας τάξης των δύο ακτών. Μιλάμε δηλαδή για την ανώτερη μεσαία τάξη των μητροπόλεων που κατέχει υψηλό πολιτισμικό κεφάλαιο και καλλιέργεια, αλλά και τους ιδιαίτερους τύπους αλλοτρίωσης που συμβαδίζουν με αυτήν (κυνισμός, αδιαφορία, νευρωτική αναζήτηση αυθεντικότητας, τα γνωστά). Ουσιαστικά, μιλάμε για μια κοινωνική τάξη που ήταν σήμα-κατατεθέν της αμερικάνικης ιδεολογίας και σταθερότητας, η οποία εδώ και μια δεκαετία βρίσκεται σε διαρκή κρίση. Για μένα, αυτό το είδος κινηματογράφου που εξερευνά τις προσδοκίες, τις ματαιώσεις και τις δυσλειτουργίες της μεσαίας ή ανώτερης τάξης λειτουργεί ως ενδιαφέρον συμπλήρωμα του ανερχόμενου πολύμορφου αμερικάνικου προλεταριακού σινεμά που εκπροσωπούν διαφορετικοί δημιουργοί σαν τον Sean Baker, τον Barry Jenkins ή τους αδελφούς Safdie.

Από αυτήν την σκοπιά, νομίζω ότι το Little Women λειτουργεί ταυτόχρονα ως ελάσσον προσωπικό σινεμά και ως μείζον καλλιτεχνικό statement. Μετά την ημι-αυτοβιογραφική coming-of-age ιστορία του Lady Bird, η Gerwig ανοίχτηκε σε μια φιλόδοξη αφήγηση που πραγματεύεται ταυτόχρονα το γυναικείο καλλιτεχνικό παρελθόν απ’ το οποίο προέρχεται το μυθιστόρημα (το οποίο βέβαια κατέχει ιδιαίτερη θέση στον κανόνα της γυναικείας γραφής) και το σύγχρονο πολιτισμικό περιβάλλον της ανόδου του φεμινισμού σε πάμπολλους τομείς έκφρασης και κοινωνικής ζωής. Έτσι, η ταινία καταφέρνει σχεδόν από τα αποδυτήρια να αποτελέσει έναν μυθικό τόπο συνάντησης για το μοντέρνο γυναικείο σινεμά. Η γραφή και το βλέμμα της Gerwig, υποβοηθούμενο από τις τρεις γυναίκες παραγωγούς της ταινίας, συνενώνει δύο γενιές ηθοποιών με τρόπο που αποπνέει ταυτόχρονα ανάλαφρη φυσικότητα και ιστορική βαρύτητα. Από τη μία, έχουμε τα μεγάλα χαρτιά της Laura Dern και της Meryl Streep, αμφότερες εμβληματικές star του Hollywood των 70s, 80s και 90s. Από την άλλη, έχουμε τις Saoirse Ronan, Emma Watson, Florence Pugh και Eliza Scanlen που καλύπτουν ένα σύγχρονο φάσμα το οποίο ξεκινάει από το Harry Potter και το προαναφερθέν Lady Bird, περνάει από ταινίες σαν το Midsommar και το Baby Teeth και καταλήγει σε τηλεοπτικές σειρές σαν το Sharp Objects και το Little Drummer Girl. Ναι, μ’ αυτήν την ταινία η Greta Gerwig μετατράπηκε διακριτικά αλλά αμετάκλητα σε σημείο αναφοράς.

Ο κόσμος του Little Women, αγκυροβολημένος στην συναισθηματική συνθήκη και την συγγραφική φιλοδοξία της Jo, περιστρέφεται γύρω από την αυτονομία της γυναικείας επιθυμίας και έκφρασης. Για την Gerwig, αυτή η επιθυμία περνάει μέσα από την ειλικρινή, ισότιμη κι αυθεντική συσχέτιση τόσο με τις άλλες γυναίκες όσο και με τους άνδρες. Έτσι, η ταινία βλέπει το sisterhood της σαν μια δυνάμει καθολική πρόταση για την ανθρώπινη κοινότητα. Εκεί που οι παραδοσιακές συντηρητικές ανδρικές αφηγήσεις φοβούνται την γυναικεία αυτονομία ή την βλέπουν απλώς σαν απόκλιση από το ανδρικό default, το Little Women καταφέρνει να φτιάξει με υπευθυνότητα και ευθύτητα μια φεμινιστική αφήγηση που ανοίγει αντί να κλείνει. Έτσι, τοποθετείται ήδη δίπλα σε πρόσφατα υπέροχα έργα του είδους, όπως το Fleabag της Phoebe Waller-Bridge και το The Souvenir της Joanna Hogg. Ταυτόχρονα, μέσα από την προαναφερθείσα συγγραφική φιλοδοξία της Jo, εξερευνά την διεκδίκηση γυναικείου καλλιτεχνικού χώρου ως προϋπόθεση και δρόμο για την αυτονομία, με τρόπο που θυμίζει τα κλασικά γραπτά της Virginia Woolf για την φανταστική «αδερφή του Σαίξπηρ» ή το πρόσφατο εκπληκτικό Portrait of a Lady on Fire της Celine Sciamma. Καθόλου τυχαία, πηγή της φεμινιστικής δύναμης της ταινίας είναι ο αμερικάνικος 19ος αιώνας (όπως επίσης στο πρόσφατο κινηματογραφικό The Beguiled και το τηλεοπτικό Dickinson), ο αιώνας κατά τον οποίο οι αποσιωπημένες γυναικείες ιστορίες αρχίζουν να βγαίνουν όλο και πιο δυναμικά στην επιφάνεια. Έτσι, μέσω του υλικού της Alcott, η ταινία συναντιέται με τις απαρχές της αμερικάνικης γυναικείας γραφής του ρομαντισμού (της Fanny Fern, της Harriet Beecher Stowe, της Helen Hunt Jackson), η οποία ήταν βεβαίως στενά συνδεδεμένη με την εμπειρία του εμφυλίου (μόνιμη σκιά των Μικρών Γυναικών) και των αγώνα ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις.

Όλα αυτά, βέβαια, δεν είναι ξερές διακειμενικές ασκήσεις για το Little Women. Πάνω απ’ όλα, είναι μια ταινία γεμάτη ομορφιά, πλουσιοπάροχη σε αισθητική και σε συναισθήματα, γενναιόδωρη οπτικά και ηχητικά, πλημμυριστική μέσα στην κλασικούρα της. Πράγματι, η κινηματογραφική της αντίληψη είναι μοντέρνα όσον αφορά την μεταχείριση του κειμένου και του subtext, αλλά και εντελώς παλιακή όσον αφορά τον συνδυασμό των φιλμικών υλικών. Η μαεστρία στην φωτογραφία, τον ήχο, τη μουσική (του Alexandre Desplat, ενίοτε φορτική και εκβιαστική βέβαια), το μοντάζ, τα κουστούμια και τα σκηνικά θυμίζει τα κλασικά χολιγουντιανά πρότυπα της χρυσής εποχής των μεγάλων στούντιο, όταν τα γυναικεία μελοδράματα (τύπου Little Foxes, Mildred Pierce, All About Eve μεταξύ πολλών άλλων, ανάμεσά τους και το κλασικό Little Women του George Cukor με την Katharine Hepburn) ήταν στις καλύτερες στιγμές τους. Παρόλα αυτά, η εκδοχή της Gerwig δεν μοιάζει με τόσο με στεγνή νοσταλγία όσο με μια πρόταση για το τι θα μπορούσε να είναι το μαζικο-λαϊκό σινεμά σήμερα αν κατάφερνε να ισορροπήσει το προσωπικό καλλιτεχνικό όραμα με την βιομηχανικού τύπου εμπορική επιτυχία. Αυτή η πρόταση, λοιπόν, όσο πατάει στο αντιφατικό και πολύπλοκο παρόν άλλο τόσο πηγάζει από την εκδοχή της Gerwig για ένα εναλλακτικό χολιγουντιανό παρελθόν όπου ταινίες σαν τις παραπάνω δημιουργήθηκαν από γυναίκες.

Αν υπάρχει για μένα μια αδυναμία, αυτή προέρχεται από τις ίδιες τις ρομαντικές καταβολές του κειμένου, δηλαδή μια αθωότητα που περισσότερο τείνει προς την σχηματικότητα. Κοιτώντας πιο προσεκτικά τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος και της ταινίας, θα δούμε ότι όλες οι πηγές σκότους γι’ αυτούς είναι πρωτίστως εξωτερικές, αφού πρόκειται κατά βάση για τους περιορισμούς του φύλου, της τάξης, της ασθένειας, της πολιτικής και του πολέμου. Αυτό μοιραία αφαιρεί την δυνατότητα βάθους και πολυπλοκότητας που προσφέρει η αναζήτηση των εσωτερικών αντιθέσεων, του εσωτερικού σκοταδιού, της εσωτερικής έντασης, του εσωτερικού αναβρασμού (πράγματα φερ’ ειπείν που κατάφερε φοβερά το προαναφερθέν Portrait of a Lady on Fire). Όπως και να ‘χει, η τρομερά προσεκτική ενορχήστρωση του δράματος καλύπτει πολύ ικανοποιητικά αυτό το κενό, ειδικά εφόσον η αύρα της ταινίας καταφέρνει ήδη απ’ την αρχή να σε συνεπάρει αποπνέοντας όρεξη, χαρά, καύλα και συνεργατικότητα. Το Little Women κρατάει δύο ώρες κι ένα τέταρτο, αλλά το ταξίδι είναι γεμάτο ειλικρινείς ιδέες και συναισθήματα. Σε μια φάση, ακούς: «Δεν το πιστεύω ότι η παιδική μας ηλικία έφτασε κιόλας στο τέλος της». Λίγο αργότερα, σκέφτεσαι το ίδιο για την ταινία.

Best of internet