Το να φτιάχνεις ταινίες τρόμου και φαντασίας στην Ελλάδα είναι σοβαρή υπόθεση, κι ο Γιάννης Βεσλεμές το γνωρίζει καλά

Ο σκηνοθέτης της Νορβηγίας επιστρέφει μαζί με 8 σκηνοθέτες απ’ όλον τον κόσμο στην folk horror ανθολογία The Field Guide to Evil

Βρισκόμαστε στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, λοιπόν, και ξεφυλλίζουμε το πρόγραμμα προκειμένου να δούμε σε ποιες αίθουσες θα αφήσουμε και φέτος τα (ήδη ψιλοταλαιπωρημένα από την υγρασία) κόκαλά μας βλέποντας όσες περισσότερες ταινίες μπορούμε να αντέξουμε. Κι έχοντας, αν μη τι άλλο, μια αδυναμία στις φεστιβαλικές horror ή sci-fi προβολές, κατά προτίμηση μεταμεσονύκτιες, τις υπογραμμίζουμε και λίγο πιο εμφατικά στο τυπωμένο χαρτί. Ανάμεσα σ’ αυτές, λοιπόν, βρίσκεται και μια ταινία ανθολογίας με τον τίτλο The Field Guide to Evil, η οποία έχει δύο πράγματα να μας τραβάνε άμεσα στην προσοχή. Πρώτον, ένας εκ των σκηνοθετών είναι ο αγαπημένος μας Peter Strickland, ο οποίος φέτος μας χάρισε μια υπέροχη ταινία με το In Fabric. Δεύτερον, ένας άλλος εκ των σκηνοθετών είναι ο Γιάννης Βεσλεμές, ο οποίος το 2014 έκανε το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του με τη Νορβηγία και παράλληλα δισκογραφεί χρόνια τώρα, εντός και εκτός σινεμά, ως Felizol. Την ίδια στιγμή, είναι κι ένας εκ των τεσσάρων ανθρώπων (από κοινού με τους Ελίνα Ψύκου, Αφροδίτη Νικολαΐδου και Αλέξη Αλεξίου) που επιμελούνται την σειρά προβολών με τίτλο Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά.

Είδαμε, λοιπόν, το The Fuild Guide to Evil σε μια πρωινή προβολή – γεγονός που το κατέστησε ακόμα πιο αλλόκοτο απ’ ό,τι είναι από μόνο του. Πρόκειται για μια folk horror ανθολογία 8 ιστοριών από 8 διαφορετικές χώρες που όλες περιστρέφονται από αυτό το αίσθημα βαθέως μυθικού τρόμου, συνήθως στην επαρχία και συνήθως μέσα από θρύλους ή δοξασίες που επιβιώνουν μέσω της προφορικής παράδοσης. Λατρέψαμε την ιστορία του Peter Strickland, λατρέψαμε την ιστορία των Severin Fiala και Veronika Franz, λατρέψαμε και την ιστορία του Βεσλεμέ με τον τίτλο What Ever Happened to Panagas the Pagan?, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Βαγγέλης Μουρίκης ως ψευδοπαγανιστικός καρναβαλιστής που κακομεταχειρίζεται έναν φτωχοδιάβολο καλικάντζαρο που έχει την ατυχία να βρεθεί μέσα στη δίνη του καρναβαλιού. Ε, μετά ζητήσαμε κι από τον σκηνοθέτη να κάνουμε μια κουβέντα και το δέχτηκε – γεγονός που μας χαροποίησε ιδιαίτερα. Έτσι, συναντηθήκαμε με τον Γιάννη Βεσλεμέ και συζητήσαμε για το The Fuild Guide to Evil, το σινεμά είδους στην Ελλάδα, τον cult κινηματογράφο και κάμποσα ακόμα πράγματα.

Ελπίζουμε να σας αρέσει – εμάς μας άρεσε. Εντζόι:

Πες μας μερικά πράγματα για το πώς φτιάχτηκε η ταινία. Είστε 9 σκηνοθέτες από 8 χώρες…

Ναι, ουσιαστικά είμαστε 8 σκηνοθέτες. Απλά στο segment από την Αυστρία σκηνοθετούν ως δίδυμο η Veronica και ο Severin. Οπότε είναι 8 χώρες, 8 segments, 8 δοξασίες από την κάθε χώρα.

Και πώς ξεκίνησε το πρότζεκτ;

Πίσω από την παραγωγή βρίσκονται δύο άτομα. O Tim League κι ο Ant Timpson. Ο Tim League είναι παραγωγός, διανομέας και αιθουσάρχης (Drafthouse, N.E.O.N. ). Ο Ant Timpson είναι ένας παραγωγός που έχει κάνει τα τελευταία χρόνια μερικές πολύ ακραίες ταινίες είδους, όπως το The Greasy Strangler ή τo Turbo Kid. Με τον Tim League γνωριστήκαμε στο Fantastic Fest, στο φεστιβάλ του στο Austin, όταν συμμετείχα με η Νορβηγία πριν 3-4 χρόνια. Οπότε λίγο-πολύ όλοι σχετιζόμασταν με τον League ή τον Timpson κι αυτοί ουσιαστικά έκαναν την επιλογή του roster των σκηνοθετών.

Διαλέξανε σκηνοθέτες που βρίσκονται με το ένα πόδι στο σινεμά του φανταστικού και με το άλλο στο arthouse – ό,τι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό. Καλλιτεχνική ταινία… Λες κι οι άλλες δεν είναι καλλιτεχνικές… Οι περισσότεροι σκηνοθέτες είχαν κάνει τ ντεμπούτο τους στη μεγάλου μήκους λίγα χρόνια πιο πριν, με εξαίρεση τον Peter Strickland που έχει σκηνοθετήσει περισσότερες ταινίες.

Γνωριζόσασταν καθόλου μεταξύ σας;

Φευγαλέα με κάποιους από ‘δώ κι από ‘κεί γιατί οι ταινίες μας κυκλοφόρησαν μέσα στην τελευταία πενταετία στα ίδια φεστιβάλ. Αλλά μέχρι την ολοκλήρωση της ταινίας δεν είχαμε γνωριστεί ουσιαστικά μεταξύ μας. Οι περισσότεροι συναντηθήκαμε στο South by Southwest που έγινε κι η πρεμιέρα της ταινίας.

Άρα δεν είχατε συζητήσει κιόλας για το περιεχόμενο της ταινία.

Διαδικτυακά μόνο, για πολύ μικρά πράγματα – κυρίως κάναμε ψυχανάλυση ο ένας στον άλλον σε σχέση με τις δυσκολίες που υπήρχανε. Στο κέντρο ήταν οι παραγωγοί, οι οποίοι δίναν τις λύσεις και προσπαθούσαν ώστε να έχει το κάθε κομμάτι όσο γίνεται δική του ταυτότητα. Αλλά υπήρχε μια φοβερή ελευθερία σε όλο αυτό το πράγμα. Τρομακτική. Οι μόνοι περιορισμοί αφορούσαν το budget και τον χρόνο, τη διάρκεια του κάθε segment.

Γενικά, τη δομή anthology film δεν την βλέπεις και τόσο συχνά έξω από το horror. Υπάρχει μεν μεγάλη τέτοια παράδοση ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά είναι και κάτι που είναι στενά δεμένο με την κουλτούρα του horror. Υπάρχει κάτι πιο συλλογικό και κοινοτικό στο σινεμά τρόμου και φαντασίας;

Κοίτα, θα σου πω. Γενικά, δεν είμαι και πολύ fan των ταινιών ανθολογίας. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί συνήθως αναγκαστικά θα υπάρχουν διακυμάνσεις μέσα στην ίδια την ταινία. Βέβαια, θα μου πεις, αυτή είναι κι η γοητεία, γιατί κι ο θεατής βρίσκει μέσα σε μια ταινία συλλογική κάτι που του αρέσει. Αυτό που έγινε τα τελευταία χρόνια είναι ότι είχαν αναπτυχθεί – κυρίως στα 00s – κάποιες ταινίες ανθολογίας λίγο… ΕΟΤ τύπου, Paris I Love You κλπ, που είχαν στο κέντρο μια πόλη. Αυτή ήταν μια σύμβαση, ένα σχήμα απλά για να υπάρξει η ταινία. Και μετά υπήρξε όλη αυτή η άνθηση του νέου horror και σιγά σιγά ξαναβγήκε στο προσκήνιο αυτή η αίσθηση της ανθολογίας, όπως υπήρχε στη δεκαετία του ‘80 με τα Tales from the Crypt κλπ. Η διαφορά εδώ πέρα που εμένα μου έκανε κλικ είναι ότι δεν επρόκειτο για καθαρούς σκηνοθέτες είδους. Κι απ’ την αρχή δεν υπήρχε κι η πρόθεση να είναι κάτι που θα απευθύνεται μόνο στους horror fans, το οποίο είχε ένα ενδιαφέρον. Όχι ότι δε μ’ αρέσει το horror – μ’ αρέσει πάρα πολύ. Απλά όσο μεγαλώνω κιόλας πιο πολύ με προκαλεί η πιο ιδιοσυγκρασιακή – δεν θα ‘θελα να πω πειραματική – αλλά η λίγο πιο διερευνητική εκδοχή του.

Υπάρχει κι αυτό όμως μέσα στην horror κουλτούρα γενικά, δεν υπάρχει;

Υπάρχει, αλλά θα πας ας πούμε να δεις το Mandy, που είναι μια ταινία που τη λάτρεψα όπως και την προηγούμενη ταινία του Κοσμάτου, κι οι σκληροπυρηνικοί horror fans θα ψιλοφρικάρουν μέχρι να αρχίσει το δεύτερο μέρος. Κατά μία έννοια, οι πιουρίστες του είδους βαριούνται λίγο τους δύσκολους, αργούς ρυθμούς, όταν οι ταινίες γίνονται πιο ατμοσφαιρικές, όταν δεν υπάρχει και πολύ gore. Οπότε μ’ αρέσει η ανθολογία αυτή γιατί ξεκινάει από τον τρόμο και σιγά σιγά πηγαίνει προς το παραμύθι.

Το συνδετικό στοιχείο της ταινίας είναι το folk, έχουμε λαϊκές ιστορίες και πράγματα που συνδέονται με τη λαϊκή κουλτούρα. Ο λαϊκός τρόμος είναι γενικά στα πάνω του, κι έχουν γίνει κι εδώ στη χώρα ωραία πράγματα, όπως οι Παγανιστικές Δοξασίες ή ακόμα και το Γκιακ σε ένα βαθμό. Η δική σου ιστορία πώς προέκυψε και πώς έδεσε τα δικά σου βιώματα με τις κινηματογραφικές σου επιθυμίες;

Έπρεπε να αφηγηθώ κάτι στη φόρμα της μικρού μήκους. Αλλά η αλήθεια είναι ότι είχα πεντακόσιες ιδέες. Αυτό που κάνουν συνήθως οι άνθρωποι είναι ότι διαλέγουνε μία και προσπαθούν να την εφαρμόσουν σε μια ταινία δέκα λεπτών. Εγώ τα έβαλα για άλλη μια φορά όλα μέσα, παρόλο που μπορείς να πεις ότι η ιστορία μου είναι υποτυπώδης και ισχνή. Ο κόσμος όμως γύρω της είναι πυκνός και η αφήγηση δαιδαλώδης.

Ξεκίνησα να γράφω κάτι για το δωδεκαήμερο και τους καλικάντζαρους, και μετά άρχισα να γράφω κάτι για το παγανιστικό καρναβάλι. Και λίγο στο μυαλό μου ήρθαν αυτά τα δύο μαζί. Έκανα μια πολύ επιδερμική έρευνα σε σχέση με τα έθιμα, γιατί δεν με ενδιέφερε η ιστορική ακρίβεια. Υπάρχει μια αίσθηση ότι οι ιστορίες αυτές είναι γραμμένες. Οι ιστορίες αυτές ανήκουν στη προφορική παράδοση. Οπότε ακούς την ιστορία από κάποιον, τη διηγείσαι εσύ σε κάποιον άλλον λίγο διαφορετικά, κι αυτό το πράγμα πηγαίνει κάπου. Κι έτσι σκέφτηκα “ας πάρω κάποιες ελευθερίες” κι ας χρησιμοποιήσω τη δική μου φαντασία για να εμπλουτίσω, λίγο ταπεινά αλλά και λίγο ξεδιάντροπα τον μύθο. Έφτιαξα μια δική μου εκδοχή των Καλικάντζαρων, τη δική μου εκδοχή του παγανιστικού καρναβαλιού. Πήρα στοιχεία από την βόρεια Ελλάδα απ’ όπου κατάγομαι, αλλά και από τα νησιά. Κράτησα το ματσίσμο και την διονυσιακή επιθετικότητα και μπέρδεψα χωρίς μέτρο τον παγανισμό με την ορθοδοξία.

Βλέποντας την ταινία, σκεφτόμουν ότι συνήθως οι horror αφηγήσεις εστιάζουν σε ένα πρόσωπο ή μια οικογένεια ή μια παρέα. Το folk horror σου δίνει την δυνατότητα να δεις τον τρόμο λίγο πιο βαθιά συλλογικά, σε επίπεδο λαϊκής κουλτούρας. Εσένα τι σε τραβάει περισσότερο από τα δύο;

Εμένα με ενδιαφέρει να ακολουθώ έναν χαρακτήρα συνέχεια, να γνωρίζει ο θεατής όσα και ο πρωταγωνιστής. Στη Νορβηγία, ο Ζανό (που τον υποδύεται ο Μουρίκης) είναι ένα πλάσμα αλλόκοτο, με παρελθόν κρυφό. Ακόμα κι αν τον αντιπαθήσεις στην αρχή, επειδή διηγούμαι την ιστορία από τη μεριά του, κάποια στιγμή αρχίζεις να τον νιώθεις, ίσως και να τον συμπαθείς. Στο Field Guide έσπασα βέβαια αυτόν τον κανόνα. Λόγο του περιορισμού του χρόνου, αποφάσισα να διηγηθώ τις ιστορίες λίγο ανάκατα και να βάζω/βγάζω τους χαρακτήρες από την ιστορία. Αλλά γενικά σίγουρα ο τρόμος, η υποβολή, το μυστήριο, το σασπένς επιτυγχάνεται πιο εύκολα όταν ακολουθείς/ταυτίζεσαι με ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα.

Και στη Νορβηγία και εδώ, όμως, υπάρχει κι ένα συλλογικό μυθικό περίβλημα.

Η αλήθεια είναι ότι αν στη Νορβηγία υπήρχε ένας κόσμος που αντανακλούσε τα 80s, εδώ υπάρχει πέρα από την ελληνική /βαλκανική λαϊκή παράδοση και η εμμονή μου με αυτό που λέμε ποπ υποκουλτούρα: Η εικονογραφία των metal εξωφύλλων, τα κόμικ επικής φαντασίας, η 70s επιστημονική φαντασία.

Κι οι δύο ταινίες κοιτάνε προς τα πίσω, προς το παρελθόν.

Ναι, στο Field Guide υπάρχει μια φράση στην αρχή της ταινίας που λέει ότι “το χειμώνα του ‘84 ήρθε στο νησί ο καλικάντζαρος”.

Είναι η ίδια χρονιά…

Ναι, είναι η ίδια χρονιά που εξελίσσεται η Νορβηγία.

Τι σου συνέβη το ‘84;

Οι καλύτερες ταινίες κι οι καλύτεροι δίσκοι βγήκαν το ’84! Όχι ότι έχω προσωπικά βιώματα, ήμουν 5 χρονών. Είναι ένα σχήμα αυτή η χρονιά, είναι ένα νούμερο αναγνωρίσιμο, από το βιβλίο του Orwell. Το 1984 είναι το μέλλον! Ο Μουρίκης, τέρας της μιας ταινίας τηλεμεταφέρεται διαφορετικό τέρας στην άλλη ταινία στο ίδιον όμως έτος. Κάπως φτιάχνεις και συ λίγο και φτιάχνεσαι με τη δική σου μυθολογία τσέπης.

Ας μιλήσουμε λίγο για το σινεμά είδους στην Ελλάδα – κι ειδικά το horror και το fantasy. Ακόμα έχει μια παρακινηματογραφική εσάνς εδώ στην Ελλάδα, δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα.

Ένα βασικό λάθος είναι όταν θες να κάνεις μια ελληνική ταινία είδους και προσπαθείς να απαλλαχθείς τελείως από την ελληνικότητα του πράγματος. Αν θες να κάνεις μια ταινία τρόμου ή επιστημονικής φαντασίας στα ελληνικά, πρέπει με κάποιο τρόπο να αγαπήσεις την ελληνική γλώσσα και μέσα απ’ αυτή να αφηγηθείς κάτι που τελικά να πείθει, να είναι οργανικό, να κερδίζει από την γεωγραφία, από την μενταλιτέ, από τις ιδιοτροπίες της χώρας. Ο μόνος που το έκανε πραγματικά τέλεια ήταν ο Νικολαΐδης για μένα, με κορυφή ίσως το Singapore Sling (όπου βέβαια ακούγονται τρεις γλώσσες).

Κι έχει μια κάπως απελευθερωτική διάσταση να βλέπεις το σινεμά είδους να συνδυάζεται καλά με το ελληνικό context, όπως για παράδειγμα στην Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά του Κούτρα.

Σίγουρα ο Μουσακάς είναι ένα καλό παράδειγμα. Αλλά είναι και ξεκάθαρα μια σάτιρα, μια John-Waters-ική camp σάτιρα. Οπότε ίσως είναι και πιο εύκολο στην καθαρή κωμωδία. Το δύσκολο είναι στο να κρατήσεις ενός είδους αληθοφάνεια σ’ όλο αυτό. Και, παρόλο που δεν φαίνεται, η αλήθεια είναι ότι στη Νορβηγία θεωρούσα ότι έκανα τη ρεαλιστική μου ταινία… Αυτό είναι και κάτι που φέρνει ο Μουρίκης στις ταινίες. Σε γειώνει.

Κι εμένα μου φαίνεται ρεαλιστική κι αληθοφανής η ταινία. Έτσι κι αλλιώς, κυριολεξία και αλήθεια δεν είναι το ίδιο πράγμα…

Μ’ αυτήν την έννοια, ναι.

Από όταν γύριζες την Νορβηγία μέχρι τώρα που ολοκληρώθηκε το Field Guide, έχει παίξει μεγάλη αναγέννηση στο σινεμά είδους – ειδικά του horror – τόσο στο mainstream τόσο στο arthouse. Ήταν κάτι που σκεφτόσουν αυτό το διάστημα;

Ό,τι και να λέμε, το concept της ταινίας γεννήθηκε στα μυαλά των παραγωγών και λόγω της άνθησης του παρακλαδιού του folk horror και της επιτυχίας ταινιών σαν το Kill List ή του The VVitch. Όταν μου έγινε η πρόταση βρισκόμουν και βρίσκομαι σε φάση development για την επόμενη μεγάλου μήκους ταινία μου, η οποία έχει στοιχεία horror αλλά πηγαίνει πιο κοντά στην επιστημονική φαντασία. Είναι ένα πιο μπάσταρδο πράγμα. Αγαπώ τις ταινίες είδους αλλά βαριέμαι πολύ τις συμβάσεις τους.

Για τον όρο cult πώς νιώθεις;

Ώχ… Μετά τη Νορβηγία μου το ρωτάνε συχνά.

Ναι, γι’ αυτό σε ρωτάω κι εγώ. Όχι αν θεωρείς τις δικές σου ταινίες cult, αλλά πώς νιώθεις επί της αρχής για τον όρο.

Επί της αρχής, όλοι θα σου πούνε ότι cult κάτι γίνεται, δε γεννιέται. Η αλήθεια είναι ότι έχουμε περάσει σε μια μεταμοντέρνα φάση θεώρησης του σινεμά, όπου προφανώς υπάρχει μια ανακύκλωση των στυλ περασμένων δεκαετιών – κι αυτό το πράγμα έχει απενοχοποιηθεί τελείως και μπορείς εξίσου να επηρεάζεσαι από φιλμ της κυρίαρχης μόδας ή από φιλμ που απέκτησαν κάποια στιγμή cult status. Για μένα είναι πιο βιωματικό, πιο απλό. Πώς ανακυκλώνει πχ ο Scorsese την παιδική του ηλικία και τα 50s; Ο Wes Anderson ανακυκλώνει τα 70s γιατί μεγάλωσε τότε. Ε, εμείς – η γενιά μου – ανακυκλώνουμε τα 80s.

Και εκεί υπάρχουν τα σημάδια μια συλλογικής λατρείας, ενός φετιχισμού. Και αυτά αν τα χρησιμοποιήσεις – στην κατεύθυνση που τα χρησιμοποιώ εγώ μπορείς να περάσεις μηνύματα οικεία και ταυτόχρονα αλλόκοτα. Η υπόγεια ποπ κουλτούρα αναδύεται μαζικά κατά καιρούς και εκπλήσσει. Το κακό είναι ότι οι νέοι άνθρωποι επηρεάζονται από τις μόδες και ξεχνάνε λίγο να περιγράψουν τον εαυτό τους, να βάλουν πραγματικά τον εαυτό τους μέσα σε όλο αυτό.

Απ’ την άλλη, δε μ’ αρέσει να κατηγορεί κανείς σύσσωμο το σινεμά που διαμορφώνεται από την εποχή του ως κάτι απαραίτητα επιφανειακό, με την έννοια ότι στην εποχή τους ο Nicolas Roeg κι ο Ken Russell ήτανε hip σκηνοθέτες, ήτανε μέσα στην κουλτούρα των 60s και των 70s, μες στα πάρτι, μες στα ναρκωτικά, μες στον ηδονισμό της εποχής, μέσα στο rock ‘n’ roll. Θέλω να πω ότι ήτανε μοδάτοι σκηνοθέτες. Βλέπουμε σήμερα ταινίες σαν το The Man Who Fell to Earth ή το Altered States σαν έργα κλασικά, αλλά τότε μπορεί να τα αντιμετωπίζανε ως παράγωγα του αφρού της μόδας της εποχής.

Θέλω να σε ρωτήσω και κάτι τελευταίο. Είδα ότι έρχεται και στη Θεσσαλονίκη η Χαμένη Λεωφόρος. Εν συντομία, επειδή είναι και μεγάλο θέμα, γιατί πιστεύεις ότι πήγε τόσο καλά αυτό το project; Τι είδους ανάγκη κάλυψε;

Είμαστε τέσσερις άνθρωποι που αγαπάμε πάρα πολύ το ελληνικό σινεμά, σχεδόν σε καμένο βαθμό δηλαδή. Εγώ στα 13-14 μου πρώτα ανακάλυψα ας πούμε τον Τορνέ και τον Νικολαΐδη και τον Παναγιωτόπουλο και μετά άρχισα να βλέπω Antonioni, Fellini, Bergman.

Συνήθως πάει αντίστροφα…

Έτυχε, κάπως, να κολλήσω μ’ αυτό. Ήμουν από τη μία στις βιντεοκασέτες και το αμερικάνικο σινεμά είδους που έβλεπα ως παιδί, και μετά ήρθε αυτό και μ’ έβαλε στην άλλη φάση, αυτή του σινεμά του δημιουργού που λέμε. Οπότε όλοι μας εδώ και 20 χρόνια βλέπουμε ελληνικό σινεμά με μανία κι έχουμε ανακαλύψει πράγματα που έχει ενδιαφέρον όχι μόνο να τα προβάλεις αλλά να τα ξαναπακετάρεις, να τους δώσεις στο σήμερα αυτό που τους αξίζει.

Έρχομαι εδώ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης από τα 16 μου, από το 1995. Όλοι γκρινιάζανε τότε και πάντα για το ελληνικό σινεμά. Χωρίς να έχουνε δει οι περισσότεροι τις ταινίες αυτές, του ‘70 και του ‘80. Ε, είπαμε ότι ο μόνος τρόπος για να εμπιστευτεί ένα νέο κοινό αυτό το σινεμά είναι να το προγραμματίσουμε, παρουσιάσουμε, πλαισιώσουμε με έναν άλλο τρόπο, με έναν τρόπο τεχνικά άρτιο και με την ζεστή χαλαρή αίσθηση μιας κλειστής κοινότητας, μιας παρέας αν θες. Να έρθει νέος κόσμος και να δει αυτές τις ταινίες – που δεν είναι κι οι πιο χαλαρές και εύκολες, αλλά και να του φύγει δυσπιστία απέναντι στο ελληνικό σινεμά του τότε αλλά και του τώρα. Αυτό είναι το πείραμα της Χαμένης Λεωφόρου, και ο κόσμος ήρθες στις ταινίες και το πείραμα πέτυχε.

Κι έχει μια αφήγηση όλο αυτό. Έχει ένα curation ουσιαστικό, λέει μια ιστορία μέσα από την προβολή των ταινιών. Αυτό θέλατε να το κάνετε από την αρχή ή βγήκε στην πορεία;

Θέλαμε να βρεθεί νήμα που ενώνει το σινεμά αυτό με το τώρα. Οπότε οι νέοι σκηνοθέτες (της γενιάς μας) προλόγιζαν τους παλιούς. Και όλα αυτά με κουλ διάθεση, με κέφι, με απλά λόγια αλλά και σώμα θεωρητικό, με καφρίλα και με τρυφερότητα, με λάθη συχνά αλλά πάντα με αγάπη και σεβασμό για τις ταινίες και τους ανθρώπους που παρουσιάσαμε.

Α, ναι, κάτι τελευταίο: στην Αθήνα θα το δούμε το Field Guide;

Ναι, θα πάρει διανομή. Πιστεύω από Γενάρη-Φλεβάρη.

Ωραία, αυτά. Τέλεια.

Τέλεια.

Best of internet