Αλήθεια, άξιζε τον ενθουσιασμό η νέα ταινία των αδερφών Coen;

Το The Ballad of Buster Scruggs είναι ΟΚ, αλλά με το ζόρι

Γενικά, το ξεχωριστό κινηματογραφικό στυλ είναι μια ιδιαίτερα σημαντική υπόθεση. Μια ταινία είναι ένα έργο τέχνης που αποτελείται από ένα σύνολο οπτικών και μη στοιχείων, κειμενικών και μη στοιχείων, αλλά το αισθητικό αποτύπωμά της δεν μπορεί να περισταλλεί σ’ αυτά. Υπάρχει κάτι που είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμά τους, που τα συνοψίζει και τα ξεπερνά ταυτόχρονα, κάτι που μας «πείθει» ότι αυτά τα στοιχεία δεν θα είχαν καταφέρει να λειτουργήσουν αποτελεσματικά σε άλλο πλαίσιο, από άλλους δημιουργούς. Είναι, λοιπόν, ένα ύφος, μια αύρα και μια ατμόσφαιρα που έχει μια δική της καλλιτεχνική πειθώ. Οι Joel και Ethan Coen, αδιαμφισβήτητα, ανήκουν στους κινηματογραφικούς δημιουργούς που έχουν αυτό που λέμε «δικό τους στυλ», κι αυτό έχει μια ξεχωριστή σημασία, μιας και μιλάμε για ένα καλλιτεχνικό ντουέτο που βούτηξε με τα μπούνια στη μεταμοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα των 80s και 90s, στο ειρωνικό παιχνίδι με το genre και το ύφος, στην υβριδική προσέγγιση όπου το ιστορικό παρελθόν και ο μυθολογικών πλούτος της Αμερικής γίνονται ένα.

Όλα αυτά δεν τους έχουν κάνει μόνο σπουδαίους, γεγονός αυταπόδεικτο, αλλά τους έκανε επίσης να μας προκαλούν και μια ιδιαίτερη οικειότητα. Όσο έπαιξαν με το κινηματογραφικό κολάζ, άλλο τόσο φρόντισαν ώστε στην καρδιά του να βρίσκονται αληθινές ανθρώπινες ιστορίες. Το να βλέπεις μετά από καιρό μια ταινία των αδερφών Coen μοιάζει με το να επιστρέφεις σε ένα σπίτι φίλων που έχεις να επισκεφτείς καιρό γιατί είχατε χαθεί. Νιώθεις οικεία και άνετα και ζεστά, παρόλο που η επαφή αυτή έχει μια αίσθηση ρίσκου, κουβαλώντας το βάρος της θλίψης και της απόστασης που δημιουργήθηκε από αυτό το χάσιμο. Γι’ αυτό ίσως, άλλωστε, κι οι ταινίες τους να μου αφήνουν πάντα μια τόσο καθησυχαστική γλυκόπικρη γεύση. Και γι’ αυτό, επίσης, κάθε φορά που φτιάχνουν μια νέα ταινία, στρέφομαι σ’ αυτήν αναζητώντας αυτήν ακριβώς την ιδιαίτερη αίσθηση. Το κακό, βέβαια, είναι πως όταν οι «επιστροφές» των αδερφών Coen έχουν όλο και πιο φθίνουσα απόδοση, τότε αυτό οδηγεί με τη σειρά του έναν στενάχωρο τύπο κινηματογραφικής ματαίωσης.

Όχι, αυτό δεν σημαίνει πως κάθε χρόνο περιμένουμε από τους Coen να επανέλθουν με ένα Miller’s Crossing, ένα Fargo, ένα Barton Fink ή ένα No Country for Old Men. Ούτε σημαίνει, βέβαια, πως και στο μακρινό παρελθόν δεν είχαν τα στραβοπατήματά τους, όπως με το Hudsucker Proxy, ή αργότερα με τα Intolerable Cruelty και The Ladykillers. Εδώ και μια δεκαετία, όμως, το κινηματογραφικό στυλ των Coen που περιγράψαμε παραπάνω βρίσκεται μάλλον σε μια σχετική κρίση. Όχι ότι οι ταινίες που φτιάχνουν είναι σώνει και ντε κακές – τις περισσότερες φορές είναι ΟΚ, ευχάριστες και τελικά μάλλον ευπρόσδεκτες. Αλλά το ύφος τους μοιάζει να δυσκολεύεται πολύ να γίνει ξανά τόσο σπιρτόζικο, επιτακτικό, εμφατικό. Αντίθετα, μοιάζει υποτονικό, ασταθές και αβέβαιο. Λατρέψαμε τη μουσική στο Inside Llewyn Davis, λατρέψαμε τον Michael Stuhlbarg στο A Serious Man, αλλά εδώ και δέκα χρόνια οι αδερφοί Coen μοιάζουν κάπως στοιχειωμένοι από τον εαυτό τους. Είναι ταινίες που μας έχουν αφήσει μια αόριστη θετική επίγευση, αλλά μάλλον θα δυσκολευόμασταν λίγο να ανακαλέσουμε αν υπήρχε κάτι που να τις έκανε ξεχωριστές μέσα στην φιλμογραφία τους. Κι αν μετρήσουμε και τα σενάρια που έχουν δώσει σε άλλους (βλέπε Gambit, Unbroken ή Suburbicon) τελευταία, τότε τα πράγματα γίνονται ελαφρώς χειρότερα.

Έχοντας όλα αυτά κατά νου, όταν πριν από λίγους μήνες ανακοινώθηκε πως οι Coen θα πάνε με την νέα τους ταινία στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας, η αντίδραση ήταν λίγο αμήχανη. Κυρίως, επειδή μέχρι τότε είχαμε την εντύπωση πως το επόμενο πρότζεκτ τους, με τίτλο The Ballad of Buster Scruggs, θα αποτελούσε μια western σειρά ανθολογίας για λογαριασμό του Netflix. Αλλά όχι, τελικά. Το Ballad of Buster Scruggs πράγματι είναι ένα anthology western, αφηγούμενο 6 αυτοτελείς ιστορίες από την Παλιά Δύση, αλλά εν τέλει έγινε μια μεγάλου μήκους ταινία που καταδικάστηκε να περιοριστεί στην μικρή οθόνη – κερδίζοντας κι ένα βραβείο σεναρίου στη Βενετία. Το καστ, αναμενόμενα, είναι εντυπωσιακό, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τους Tim Blake Nelson, Liam Neeson, James Franco, Tom Waits και Brendan Gleeson. Κι οι ιστορίες, επίσης αναμενόμενα, έχουν διακυμάνσεις στην ποιότητά τους, εστιάζοντας όλες με τον τρόπο τους στην εμμένεια της βίας, της βαρβαρότητας και του θανάτου στην Άγρια Δύση – πάντα με ένα μικρό κοενικό στατιρικό twist να περιμένει κάπου στη γωνία.

Υπάρχει, λοιπόν, ένα κρίσιμο σημείο, ένα σημείο συχνά χωρίς επιστροφή, όπου η αφοσίωση στο προσωπικό στυλ αρχίζει να γίνεται μανιέρα ευκολίας. Ένα σημείο όπου η κινηματογραφική προσωπικότητα αρχίζει να περιστέλλεται σε ένα σύνολο από gimmicks, από τεχνάσματα, από πατήματα κατάλληλων κουμπιών. Ένα σημείο όπου η πειραματική υβριδικότητα του ύφους αντικαθίσταται από την νοσταλγία για την εποχή που ήταν ακόμα πραγματικά καινοτόμα. Το πρόβλημά μας με τις πρόσφατες ταινίες των αδερφών Coen, με λίγα λόγια, δεν είναι ότι πρόκειται για κακές ταινίες – γιατί δεν είναι κακές ταινίες. Είναι ότι πρόκειται για «κοενιές», για ταινίες που θα έφτιαχνε ένας αντιγραφέας του πάλαι ποτέ κραταιού ύφους των Coen. Ένας πολύ καλός αντιγραφέας, βέβαια, αλλά ένας αντιγραφέας. Είναι αυτή η παράξενη αίσθηση αναυθεντικότητας από έναν κατά τ’ άλλα αυθεντικό δημιουργό, με τον τρόπο που κι ο Quentin Tarantino τα τελευταία χρόνια γυρίζει «ταραντινιές» ή ο Woody Allen τις τελευταίες δεκαετίες γυρίζει «γουντιαλλενιές».

Και ναι, παρόλο που το Ballad of Buster Scruggs έχει κάποιες στιγμές απ’ όπου ξεπηδάει το παλιό κοενικό μεγαλείο με την ειρωνική και βαθιά ανθρώπινη χαμογελαστή σκοτεινιά του, το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από gimmicks και τεχνάσματα, από μικρές αφηγηματικές ωρολογιακές βόμβες που μοιάζει προδικασμένο το πώς, πού και πότε θα εκραγούν. Μέσα στην βιαιότητα και την τσαχπινιά της Κατά Coen Παλιάς Δύσης, ξεπροβάλλει μια νοσταλγία χωρίς περιεχόμενο και μια πληθωρικότητα χωρίς επεξεργασία. Παρόλο που οι Coen πέτυχαν στην εντέλεια το ύφος ενός μοντέρνου western με το No Country for Old Men, όταν καταπιάνονται με την παραδοσιακή φόρμα του είδους μοιάζουν αρκετά κοινότοποι. Το True Grit κατέληξε ένα ευχάριστο αλλά πλήρως επιφανειακό remake, ενώ το Ballad of Buster Scruggs αποπνέει έναν ειρωνικό κινηματογραφικό συντηρητισμό στο πως διαχειρίζεται το genre του western, αρκούμενο σε μια χούφτα από twists. Κι είναι κρίμα, γιατί η αποδόμηση κι ανασυναρμολόγηση του είδους έχει πίσω της μια πολύ πλούσια ιστορία, όχι μόνο από τα 60s και τα 70s, αλλά και μέσα στον 21ο αιώνα, με πρόσφατες ταινίες σαν το The Proposition, το Slow West, το The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford, το Meek’s Cutoff ή το Damsel (και περιμένουμε ακόμα το φετινό The Sisters Brothers) – όλες εκ των οποίων πραγματοποιούν μια πιο αποτελεσματική επανεπεξεργασία ενός «νεκρού» (θεωρητικά πάντα) genre καλύτερα από τους αδερφούς Coen.

Το Ballad of Buster Scruggs, αντίθετα, αν αφαιρέσουμε τις κατά τόπους εκρήξεις του πνευματώδους κοενικού ύφους, δεν μοιάζει και τόσο με επανεξέταση. Μοιάζει πολύ πιο ασφαλές απ’ όσο προσποιείται ότι είναι. Για την ακρίβεια, δεν μοιάζει καν με έναν νοσταλγικό φόρο τιμής στην Παλιά Δύση, αλλά με μια ενθύμηση της εποχής όπου το να φτιάχνεις western με ένα ελάχιστο κινηματογραφικό twist ήταν ακόμα relevant και ουσιαστικό – με τον ίδιο τρόπο που το Hail, Caesar! αποτελεί λιγότερο νοσταλγία της χρυσής εποχής του Hollywood και περισσότερο απόηχος μιας εποχής όπου ένα τέτοιο είδος σάτιρας του Hollywood θα ήταν ακόμα καλλιτεχνικά επίκαιρος. Σε τελική ανάλυση, είναι πολύ κρίμα που είδαμε την τελευταία ταινία των αδερφών Coen στο Neftlix αντί για την μεγάλη οθόνη. Ακόμα πιο κρίμα, όμως, είναι που αποδείχτηκε πως δεν χάσαμε και κάτι φοβερό που είδαμε την τελευταία ταινία των αδερφών Coen στο Netflix αντί για τη μεγάλη οθόνη.

Best of internet