Η νέα χρυσή εποχή του horror είναι εδώ, κι ευτυχώς δεν σκοπεύει να τελειώσει σύντομα

Η τελευταία δεκαετία πλημμύρισε από σύγχρονο καλοφτιαγμένο τρόμο

Αλέξανδρος Παπαγεωργίου

11 Ιανουαρίου 2019

Αν αγαπάει κανείς τον κινηματογράφο είδους (στις sci-fi, horror ή fantasy εκδοχές του), τότε βρίσκεται συχνά στην περίεργη θέση να επιθυμεί να δει το genre cinema τόσο να ανεβαίνει σε φεστιβάλ, βραβεία και box office, όσο και να διατηρεί κάτι από αυτήν την μυστηριώδη, cult ή υποκουλτουραλική αύρα που παραδοσιακά περιέβαλε το genre σινεμά. Εδώ και μερικά χρόνια έχουμε μπροστά μας μια πλήρως ανθισμένη αναγέννηση του τρόμου ως φιλόδοξο και επιτυχημένο κινηματογραφικό genre – οδηγώντας σε μια horror εξάπλωση που ξεκινάει από ανεξάρτητες low-badget παραγωγές, περνάει σε φτηνές πλην ειρωνικές στουντιακές απόπειρες, αγγίζει τις κορυφές των box office και των κινηματογραφικών βραβείων και φτάνει έως την αιχμή του δόρατος του σύγχρονου arthouse σινεμά. Η αλήθεια είναι πως, ναι, η κινηματογραφική γλώσσα του τρόμου έχει έρθει στο προσκήνιο με μεγάλη ένταση κατά την τελευταία δεκαετία.

Την χρονιά που μας πέρασε, λοιπόν, μια από τις horror ταινίες που μας εντυπωσίασαν ήταν το Heretidary, το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Ari Aster που έγινε μια από τις αγαπημένες μας ταινίες του 2018. Μιλώντας για την θερμή υποδοχή του από κοινό και κριτική ήδη από το περσινό Sundance μέχρι και την πρόσφατη ευρεία διανομή του αίθουσες, σημειώναμε το εξής: ” Ήδη βλέπουμε τα σημάδια αλλαγής που έφερε στις προσδοκίες του κοινού η νέα horror αναγέννηση της τελευταίας δεκαετίας. Κι εδώ είναι που υπεισέρχονται τα στοιχειώδη ερωτήματα που βρίσκονται στην ρίζα μιας horror κινηματογραφικής εμπειρίας. Τι περιμένουμε από τον κινηματογραφικό τρόμο; Θέλουμε να μας τρομάξει, να προκαλέσει μια βαθιά σωματική αντίδραση, αλλά πώς και γιατί; Η αλήθεια είναι πως ποτέ το horror σινεμά δεν περιστελλόταν απλώς σε μια σχέση ερεθίσματος και αντίδρασης ώστε να προκαλέσει τον τρόμο του κοινού. Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες της ίδιας της τέχνης του κινηματογράφου, ο τρόμος έγινε πολύ συχνά η κινητήριος δύναμη για τις νέες αισθητικές διαλέκτους του σινεμά, ακόμα κι αν δεν χρησιμοποιούταν η λέξη τρόμος – από τα silent shorts του πρωτοπόρου George Melies και το πρώιμο αμερικάνικο, γερμανικό και σκανδιναβικό σινεμά της δεκαετίας του ’20 μέχρι τις μεγάλες παραγωγές της Universal στα 30s και την κυριαρχία της Hammer στη δεκαετία του ’50.”

Κι αμέσως πιο κάτω, συνεχίζαμε λέγοντας: “Αντίστοιχα, παρά την συχνά παρακινηματογραφική αύρα που συνόδευε τον τρόμο (σημάδι εν μέρει της υποτίμησης του horror κινηματογράφου ως απλώς μαζικολαϊκού σινεμά), η πορεία του παγκόσμιου σινεμά εδώ και μισό αιώνα έχει σημαδευτεί από αμέτρητα αριστουργήματα τρόμου που έπαιξαν πολλάκις με τα όρια του genre, του arthouse, του mainstream – αλλά και με τα όρια του όμορφου, του γκροτέσκου, του αποκρουστικού. Δεν έχει νόημα να κάτσουμε εδώ να απαριθμήσουμε αυτά τα αριστουργήματα, είναι γνωστά και (ευτυχώς) κατάφεραν να εκτιμηθούν όπως τους αξίζει με το πέρασμα του χρόνου. Παρ’ όλα αυτά, δε μπορούμε να αρνηθούμε ότι στα 90s και τα 00s κυριάρχησε εν πολλοίς η δημοτικότητα ενός στυλ τρόμου κοινότοπου, ομοιόμορφου, χωρίς φαντασία, χωρίς βάθος, χωρίς αληθινό τρόμο – ένα στυλ που καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από τα φτηνά jumpscares και τα ατέλειωτα franchises.” Για να μην θυμηθούμε, βέβαια, τα αμέτρητα found footage και shaky cam μαρτύρια.

Παραδοσιακά, παρ’ όλο που βρίσκεται στο dna του παγκόσμιου σινεμά, ο τρόμος δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστικός για τα στούντιο, εκτός αν επρόκειτο για κάποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις: αν ήταν μια ταινία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη (όπως συνέβη κάποτε με τους James Cameron και Steven Spielberg) προς κατανάλωση με εξασφάλιση μίνιμουμ κόστους και πιθανότητα μάξιμουμ κέρδους ή αν ήταν μια horror απόπειρα ενός ήδη λίγο-πολύ καταξιωμένου auteur, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις των Roman Polanski και Stanley Kubrick. Βέβαια, μέσα στην τελευταία πενταετία, τα μεγάλα στούντιο έχουν θελήσει να μιμηθούν την επιτυχία κινηματογραφικών συμπάντων σαν της Marvel αντί να συνεχίσουν με τα sequels επί sequels ως την αιωνιότητα, παράγοντας μια επιτυχημένη εκδοχή με το σύμπαν του The Conjuring για την Warner και μια αποτυχημένη με το Dark Universe της Universal.

Κατά τ’ άλλα, όμως, ευτυχώς έχουμε δει πάρα πολλές πρόσφατες ταινίες που επιχειρούν να πάνε ένα βήμα μπροστά το σύγχρονο horror σινεμά προς διάφορες κατευθύνσεις, δείχνοντας μια γενναιότητα και μια φιλοδοξία ως προς το πώς μπορεί να μοιάζει σήμερα μια horror κινηματογραφική γλώσσα, σε ποιους θεματικούς άξονες μπορεί να βασιστεί, πώς μπορεί να μεταχειριστεί δημιουργικά τα μοτίβα του genre, τι είδους εφιάλτες γεννάει ή ζητάει η σημερινή συγκυρία. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε το σύγχρονο σινεμά του τρόμου να ανοίγεται σε μια σειρά από κατευθύνσεις που όλες μαζί συνθέτουν έναν υπέροχο νέο λαβύρινθο. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε ταινίες σαν τα Get Out, It και A Quiet Place που τα τελευταία 2 χρόνια κάνουν ένα μεγάλο άνοιγμα στη mainstream επιτυχία (σε επίπεδο εισιτηρίων και βραβείων) χωρίς να θυσιάζουν την καλλιτεχνική και θεματική φιλοδοξία τους. Ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας, όμως, έχουμε δει κάμποσες ταινίες να ποντάρουν περισσότερο σε μια μεταμοντέρνα, pop, ειρωνική μεταχείριση της horror παράδοσης, με αποτέλεσμα πολύ αξιόλογους τίτλους σαν τα The Cabin in the Woods, What We Do in the Shadows, Attack the Block και The Love Witch, μεταξύ άλλων.

Παράλληλα, υπάρχουν κάποιες σταθερές αξίες σαν τον κορεάτικο τρόμο του 21ου αιώνα, ο οποίος έχει χτίσει μια ιδιαίτερη δική του παράδοση και τα τελευταία χρόνια μας έχει χαρίσει ταινίες όπως το Train to Busan, το The Wailing, το I Saw the Devil και, αν μετρήσουμε και το ιδιόμορφο είδος ψυχολογικού τρόμου του Park Chan-wook, το The Handmaiden. Φυσικά, έχουμε μια σειρά από σύγχρονες indie horror παραγωγές που καταφέρνουν να είναι κοινωνικο-πολιτικά επίκαιρες και αισθητικά πανέμορφες, όπως τα It Follows, Green Rooom και The Girl with All the Gifts. Κυρίως, όμως, έχουμε δει μια μεγάλη arthouse στροφή με πραγματικά πρωτότυπες (σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό) ταινίες – μια τάση που ήδη μας έχει δώσει σύγχρονα horror διαμάντια σαν το The VVitch, το The Babadook, το Raw, ή ακόμα και το It Comes at Night ή το φρέσκο Hereditary – φτάνοντας έως και σε ταινίες που δεν είναι στενά horror αλλά αξιοποιούν στο μέγιστο ένα τρομο-arthouse ύφος, όπως το Under the Skin και το The Killing of a Sacred Deer. Και κοντά σ’ αυτά, ακολουθεί το τηλεοπτικό πεδίο που παραδοσιακά κάθε άλλο παρά φιλικό ήταν προς το horror (για ευνόητους λόγους) να πειραματιστεί φέτος με πολύ αξιόλογες σειρές σαν το Castle Rock, το The Haunting of Hill House, το Wellington Paranormal και το The Terror.

Ήδη οι τελευταίοι μήνες έχουν αποδειχθεί ιδιαιτέρως παραγωγικοί κι ενδιαφέροντες σε επίπεδο horror κινηματογραφικών παραγωγών. Από την μία πλευρά, είχαμε auteurs με ένα μοναδικό genre όραμα να αναλαμβάνουν να μεταδώσουν μια πιο πειραματική αίσθηση του τι μπορεί να σημαίνει ο κινηματογραφικός τρόμος στην τρέχουσα δεκαετία. Είχαμε, δηλαδή, τον Luca Guadagnino να δοκιμάζει στο νέο Suspiria έναν κρυπτικό ιστορικό τρόμο, τον Steven Soderbergh να πειραματίζεται στο Unsane με μια παρανοϊκή πραγματικότητα γυρισμένη με iPhone, τον Panos Cosmatos να φτιάχνει ένα ψυχεδελικό midnight αριστούργημα με το Mandy (και τον Nicolas Cage να βρίσκεται σε δεύτερο meta horror ρόλο σε μια χρονιά μετά το Mom and Dad) και τον Peter Strickland να δημιουργεί έναν φετιχιστικό campy κόσμο τρόμου στο εκπληκτικό In Fabric. Κι αυτήν τη βδομάδα ήδη κυκλοφορεί στις αίθουσες το The Night Eats the World του Dominique Rocher, μια zombie ταινία που όμοιά της μάλλον δεν έχουμε ξαναδεί τις τελευταίες δεκαετίες. Εκτός αυτών, βλέπουμε νέες εκδοχές παλιών horror σταθερών, με το Revenge της Coralie Fargeat να δίνει νέα φεμινιστική χροιά στο παραδοσιακό rape-and-revenge ύφος, ενώ το Overlord με παραγωγό τον J.J. Abrams πιάνει το πολιτικό exploitation νήμα της μεγάλης Troma παράδοσης.

Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, έχουμε streaming πλατφόρμες σαν το Netflix (πρώτο και καλύτερο φυσικά) να ξεπετάει την μία παραγωγή μετά την άλλη σαν να είναι στραγάλια, αλλά κάθε τόσο να καταφέρνει να κάνει μια mainstream genre επιτυχία όπως το πρόσφατο Bird Box ή να περιέχει κρυμμένα horror διαμάντια σαν το Apostle. Φυσικά, τα στραβοπατήματα έρχονται από πολλές κατευθύνσεις. Το Summer of ’84 προσπάθησε μάταια να κεφαλαιοποιήσει με horror τρόπο την τρέχουσα 80s νοσταλγία, το Slice (της κατά τ’ άλλα υπέροχης Α24) απέτυχε να προτείνει έναν νέο comedy-horror δρόμο και το Slender Man ήταν μια παταγώδης αποτυχία που υπογράμμιζε όμως την ανάγκη για horror επεξεργασία της σύγχρονης κοινωνικής μυθολογίας.

Κι εν τω μεταξύ ο τρόμος συνεχίζει στον δρόμο της εμπορικής επιτυχίας, γεγονός που αν μη τι άλλο μοιάζει να εξασφαλίζει την βιωσιμότητα αντίστοιχων πρότζεκτ στο μέλλον κι ιδανικά θα έπρεπε να οδηγήσει και στην μεγαλύτερη εμπιστοσύνη προς τους horror δημιουργούς. Και δεν μιλάμε μόνο για τα post-Saw κινηματογραφικά franchises τύπου The Conjuring και Insidious (που, ΟΚ, θέτουν υπερβολικά χαμηλά τον πήχη), αλλά και για ταινίες σαν το A Quiet Place και το αξιοπρεπέστατο reboot του Halloween που κατάφεραν από το πουθενά να αποτελέσουν τεράστιες επιτυχίες στο box office. Κι αντίστοιχα αναμένουμε μια σειρά από horror blockbusters στο κοντινό μέλλον, που ξεκινούν από τον αναβιωμένο κινηματογραφικά Stephen King (επιστρέφει με It 2, Doctor Sleep και Pet Sematary) και φτάνουν μέχρι την προσπάθεια για superhero κινηματογράφο με υφή τρόμου, όπως πρόκειται να δούμε στο επερχόμενο New Mutants.

Μαζί μ’ αυτά, περιμένουμε σπουδαίους δημιουργούς να επιστρέψουν στην μεγάλη οθόνη με horror πειραματισμούς, όπως για παράδειγμα η Claires Denis με το αγγλόφωνο ντεμπούτο της στο space horror High Life ή ο Jim Jarmusch στην zombie ταινία The Dead Don’t Die. Κυρίως, όμως, χαιρόμαστε που έχουμε πλέον ξανά δημιουργούς που δεν βρίσκουν στον κινηματογραφικό τρόμο απλώς ένα πρώτο βήμα για μια μετέπειτα προβλεπόμενη στουντιακή σταδιοδρομία, αλλά επιχειρούν να βουτήξουν βαθύτερα μέσα στο είδος ώστε να αναπτύξουν με σύγχρονο τρόπο να εκφραστικά του μέσα. Ο Jordan Peele συνεχίζει, μετά το Get Out, με το Us. Ο Ari Aster προχωράει, μετά το Hereditary, με το Midsommar. O Robert Eggers ετοιμάζει, μετά το The VVitch, το The Lighthouse. Το καλό horror σινεμά δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι δύσκολο πράγμα, κι είναι ταυτόχρονα αισθητική και πολιτική ανάγκη. Χρειαζόμαστε περισσότερο τρόμο, χρειαζόμαστε καλύτερο τρόμο – κι απ’ ό,τι φαίνεται, ευτυχώς, το σύγχρονο σινεμά θα συνεχίσει να μας τον δίνει.

Best of internet